Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ

Το κατεστημένο δημιουργεί διάφορα επίπεδα, τα οποία μπορεί και να έχουν διαφορές μεταξύ τους. Οι διαφορές αυτές είναι σκόπιμες και αναγκαίες, για να υπάρχουν «αντιθέσεις» και ακόμη όταν παρουσιάζονται αυτές οι έντονες διαφοροποιήσεις – απαραίτητες –, για την στήριξη των ίδιων των θεμελιωδών δομών του συστήματος.
Οι διαφοροποιήσεις, δηλαδή να είναι πάντα εντός των πλαισίων του συστήματος, ώστε να αποφεύγονται οι άλλες γενικότερες σκέψεις και ασχολίες, που θα έθεταν σε κίνδυνο τη λειτουργικότητα αυτού του συγκεκριμένου και οργανωμένου κατεστημένου.
Έτσι λοιπόν εξηγούνται οι «αντιθέσεις», που κατά καιρούς παρουσιάζονται μεταξύ τους, όπως του Πολιτικού, του Εκκλησιαστικού, του Πανεπιστημιακού, του Στρατιωτικού, του Συνδικαλιστικού, του Δημοσιογραφικού, των Μ.Μ.Ε. και άλλων κατηγοριών «κατεστημένων» που στην κατάλληλη στιγμή «εναρμονίζονται» και αλληλοσυμπληρώνονται και το σύστημα λειτουργεί με την συνοχή του και τις άλλες προσαρμοστικότητές του, που είναι απαραίτητες για την επιβίωσή του και σαφώς, δεν διασπάται αυτό.
Από την άλλη μεριά, το κατεστημένο είναι ανοικτό για ορισμένες περιπτώσεις, από τη διάθεση ένταξης νέων προσώπων, τα οποία θεωρούνται προικισμένα και εμφανίζει διάθεση ένταξης και αφομοίωσης στοιχείων, ακόμη και εκτός από τις τάξεις του, – όπως εξειδικευμένο προσωπικό το οποίο ταξικά ταυτίζεται με το «κατεστημένο», – για να αποδυναμώνονται οι αντίπαλες πολιτικές και κοινωνικές ηγεσίες και να παραμείνει σταθερό στην ισχύ του, όπως η δημιουργία νομοκατεστημένων τάξεων, – οι οποίες προσδιορίζονται από ενώσεις προσώπων με δυνατότητες ως προς τη νομική τους υπόσταση, – με πολιτική διασύνδεση, όπου ελέγχεται η εξουσία σε βαθμό, που να κατευθύνονται και να ελέγχονται οι έρευνες, οπότε όλα να κρίνονται επί «ιδίας υποθέσεως» πράγμα που γνωρίζουν οι πρωτοετείς φοιτητές της Νομικής, είναι απαράδεκτο.
Στο ερώτημα αν θα μπορούσε να διαμορφωθεί πολιτικο-εξουσιαστική «ελίτ»[1], ανεξάρτητα από το «κατεστημένο», η απάντηση που δίνει ο Μαξ Βέμπερ, είναι ότι αποδέχεται μεν μία δυνατότητα της λειτουργίας μιας εξουσίας, που βασίζεται στο χάρισμα ενός ηγέτη (χαρισματική εξουσία), αλλά και ο ίδιος ο χαρισματικός θα γίνει εξάρτημα για να εξυπηρετήσει κάποια συμφέροντα αυτής της «κυριαρχίας», που τον εδραιώνει για να διαμορφωθεί ένα νέο κατεστημένο. Σ’ αυτό βεβαίως εντάσσεται ο «χαρισματικός ηγέτης», ο οποίος μπορεί να εθεωρείτο ο ελεύθερος, ο ικανός για να λειτουργήσει ανεπηρέαστος, ως προς τη δράση του.     
    




[1]       Ο όρος εισήχθη στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Ιταλό κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο. Σήμερα έχει καθιερωθεί και χρησιμοποιείται αμετάφραστος σε όλες τις γλώσσες.
  Το περιεχόμενό του είναι μικτό, πολιτικό, κοινωνικό και δηλώνει τους λίγους και ξεχωριστούς, τους διαλεκτούς, τους επίλεκτους, τους αριστείς, την ηγεσία. Δηλαδή «αριστείς» όσους πρωτεύουν σε τομέα δραστηριότητας και αποτελούν μια κατηγορία και όχι μια τάξη ατόμων, όπως πνευματική ελίτ κ.λ.π. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: