Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΑΜΗ, ΜΟΝΙΜΟΥ ΥΠΟΛΟΧΑΓΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΔΙΟΙΚΗΤΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ «ΒΙΤΣΙ» 28ου ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΑΣ

Η αναφορά του Υπολοχαγού Π. ΤΣΑΜΗ περιλαμβάνεται στο κείμενο του Ευάγγελου Κουφού – σελίδες 57-65 – υπό τον τίτλο:

« Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ
ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ». (ΑΘΗΝΑ 1989).

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΔΡΑΣΙΝ ΤΩΝ

ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΤΑΓΜΑΤΩΝ

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗΝ


Κατά Μάϊον 1944 περί τους 200 σλαβοφώνους αντάρτας υπό τον εκ Γάβρου Ναούμ Πέϊον εστασίασαν κατά του ΕΛΑΣ, με την δικαιολογίαν ότι δεν τους εδίδετο η έγκρισις να οργανώσουν καθαρώς Σλαβομακεδονικά, τμήματα, εντός των κόλπων του ΕΛΑΣ.
Εις την ενέργειαν εκείνην υπεκινήθησαν προφανώς υπό των Γιουγκοσλάβων και συγκεκριμένως υπό του τμήματος συνδέσμου των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων μετά του ΕΛΑΣ. Το τμήμα εκείνο, δυνάμεως 20 περίπου ανδρών και γυναικών, περιόδευε συνεχώς στην περιοχή Κορεστίων και Καστανοχωρίων και εμμέσως προπαγάνδιζε υπέρ του Σλαβομακεδονικού κινήματος. Αρχηγός του τμήματος ήταν ένας Σέρβος, ονόματι Ντεάν. Στο τμήμα περιλαμβάνονταν και αρκετές αντάρτισσες, οι οποίες τραγουδούσαν στα χωριά σλαβικά επαναστατικά τραγούδια. Προς ενθάρρυνσιν των Σλαβομακεδόνων ανταρτών, εις την ανάπτυξιν ιδιαιτέρων τμημάτων, είχε περιοδεύσει στην Πρέσπα και τα Κορέστια δύο φορές ο αντιπρόσωπος του Τίτο εις την περιοχήν της σερβικής Μακεδονίας μετέπειτα στρατηγός Βουκμάνοβιτς, με το ψευδώνυμο Τέμπο.
Εναντίον των στασιαστών του Πέϊου, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στο Μαλιμάδι, κινήθηκε τμήμα του ΕΛΑΣ υπό τον Γεώργιον Γιαννούλην, οπότε ούτοι αναγκάσθηκαν να καταφύγουν, μέσω Πρεσπών, εις το Γιουγκοσλαβικόν έδαφος. Δια την τακτοποίησιν της ανωμαλίας εκείνης απεστάλη εις σερβικήν Μακεδονίαν ο πολιτικός υπεύθυνος της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Ρένος, ο οποίος διεπραγματεύθη μετά της ηγεσίας των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων και τελικώς, συνεφωνήθησαν τα εξής:
1ον. Να επιτραπεί η επάνοδος εις την Ελλάδα των στασιαστών, άνευ ουδεμιάς κυρώσεως εναντίον των.
2ον. Όσοι εξ αυτών θα επιθυμούσαν να συνεχίσουν αγωνιζόμενοι ως αντάρται να ενταχθούν εις διάφορα τμήματα του ΕΛΑΣ.
3ον. Οι υπόλοιποι να θεωρηθούν απολυθέντες εκ των τάξεων του ΕΛΑΣ και να επανέλθουν εις τας εστίας των.

Από του Ιουνίου 1944 άρχισε η επιστροφή των στασιαστών, έχοντες όμως προφανώς σχετικάς οδηγίας από τους Γιουγκοσλάβους, ούτε εις άλλα τμήματα του ΕΛΑΣ ενετάχθησαν, ούτε εις τας εστίας των επέστρεφον, παρά παρέμειναν συγκεντρωμένοι κατά μεγάλας ομάδας και περιεφέροντο ανά τα Κορέστια, προπαγανδίζοντας εις τα χωριά.
Τον Ιούνιο του 1944 είχε αρχίσει η συγκρότησις του Σλαβομακεδονικού τάγματος του Ηλία Δημάκη, που έφερε το ψευδώνυμο Γκότσε Ντέλτσεφ. Στην αρχή αθορύβως το Τάγμα του, που υπήγετο υπό το 28ον Σύνταγμα ΕΛΑΣ της ΙΧ Μεραρχίας, ενετάσσοντο σλαβόφωνοι κομμουνισταί ή προσκείμενοι προς τον Σλαβισμόν, υπήρχον όμως στη δύναμή του και αρκετοί Σλαβόφωνοι ελληνικής συνειδήσεως, καθώς και Βλαχόφωνοι και Ελληνόφωνοι. Δια να αποδείξει ο Γκότσε ότι ήταν πιστός εις την γραμμήν του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ δεν εδίστασε να προσβάλλει εστίες των Αξονομακεδονικών τμημάτων της Οχράνας, που είχε δημιουργήσει ο Κάλτσεφ στην περιοχή Καστοριάς.
Αργότερα άρχισαν να εντάσσονται εις τας τάξεις του και αρκετοί από τους στασιαστάς του Πέϊου (Μαΐου 1944), καθώς και πρώην στελέχη της Οχράνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η δύναμίς του υπερέβαινε τους 700, κατά διαστήματα δε απεστέλλοντο αποστολαί εις Γιουγκοσλαβίαν, δια τον εφοδιασμόν εις όπλα, ιματισμόν και τρόφιμα, από τας αποθήκας των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων.
Σημειωτέον ότι, μετά την αποστασίαν του Πέϊου, ο επικεφαλής του Γιουγκοσλαβικού Τμήματος συνδέσμου Ντεάν αντεκατεστάθη υπό τινος Σέρβου ονόματι Κότσκο, ο οποίος επηγγέλετο πρώτα τον τραγουδιστήν. Ο Κότσκο με την ομάδα περιεφέρετο από χωριό σε χωριό, ιδίως στα Κορέστια και εις ομιλία προς τους χωρικούς, προσπαθούσε να διευκρινίσει την θέσιν των Σλαβομακεδόνων εντός του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ. Η θέσις την οποία ελάμβανε ήτο ότι αγωνίζονται παρά το πλευρό των Ελλήνων ανταρτών ως Σλαβομακεδόνες, αποτελούντες όμως τμήμα του ΕΛΑΣ. Δεν έλεγε φανερά, ούτε ότι είναι αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού λαού, ούτε ότι αποτελούν κάτι το ξεχωριστό από την Ελλάδα.
Κατά το διάστημα του Σεπτεμβρίου 1944 το Τάγμα του Γκότσε ενισχύονταν συνεχώς εις προσωπικόν, σιωπηρώς δε το παρουσίαζαν ως ταξιαρχία.
Την ονόμαζαν μάλιστα Φλωρινο–Καστοριανή Σλαβομακεδονική Ταξιαρχία (Λέρινσκο–Κόστουρσκα Μπριγκάντα).     
Σιγά-σιγά, εις το Τμήμα εκείνο, τα πάντα έπαιρναν σλαβικήν χροιάν.  Οι περισσότεροι άνδρες ήσαν ενδεδυμένοι με στολές του βουλγαρικού στρατού, τις οποίες έπαιρναν από τους παρτιζάνους της σερβικής Μακεδονίας. Ο ιματισμός εκείνος προήρχετο από αποθήκες του βουλγαρικού στρατού, που είχαν περιέλθει εις χείρας των παρτιζάνων.
Οι στολές ήσαν καινούργιες, με καμάρι δε οι άνδρες του Γκότσε διατηρούσαν τα βουλγαρικά διακριτικά (επωμίδες, κουμπιά, στέμματα και κορδέλες στο καπέλο κ.λ.π.). Επίσης τα τμήματα του Γκότσε χρησιμοποιούσαν βουλγαρικά στρατιωτικά παραγγέλματα, μιλούσαν το τοπικό ιδίωμα παραμορφωμένο με σερβικές λέξεις και μάθαιναν τις ώρες που αργούσαν σλαβική γραφή. Στις τάξεις του Γκότσε είχαν πλέον προσέλθει όλοι οι γνωστοί Οχρανίται της περιοχής Φλωρίνης και Καστοριάς και είχε αρχίσει αθρόα μετακίνησις ανταρτών, σλαβοφώνων προφανώς, από τα άλλα τμήματα του ΕΛΑΣ εις το Τάγμα του Γκότσε και ελληνοφώνων από το Τάγμα του Γκότσε προς τα άλλα Τμήματα. Περί το τέλος του Σεπτεμβρίου 1944 το Τάγμα Γκότσε απετελείτο κατά 9/10 από σλαβοφώνους, η δύναμίς του είχε ανέλθει εις 800 περίπου, ο εξοπλισμός του ήταν πλήρης, απέφευγε δε συστηματικά να εμπλέκεται εις μάχην κατά των Γερμανών, έχοντος κατά νουν την διατήρησιν ανεπάφου της δυνάμεως δια τον διακανονισμόν των ζητημάτων μετά την αποχώρησιν των Γερμανών.
Ο Γκότσε είχε ως πολιτικόν σύμβουλον κυρίως τον εκ Δενδροχωρίου Κεραμιτζήεφ, ο οποίος είχε εκλεγεί και μέλος της ΠΕΕΑ, τας πράξεις του όμως καθοδηγούσαν και οι ευρισκόμενοι εις το Επιτελείον του πρώην Οχρανίται. Κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου ο Γκότσε άρχισε να ζητά επιμόνως από την ηγεσίαν του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ την έγκρισιν να αναπτυχθεί εις Ταξιαρχίαν και να εντάσση αθρόως όσους εκ του πληθυσμού επιθυμούσαν άνευ περιορισμού, αποσκοπών προφανώς να εξοπλίσει όλους τους ομοϊδεάτας του, δια να επιβάλει λύσεις δια της δυνάμεως με την αποχώρησιν των Γερμανών. Ζητούσε επίσης να εξουσιοδοτηθεί όπως, με την αποχώρησιν των Γερμανών, την Καστορίαν και την Φλώριναν καταλάβουν αποκλειστικώς τμήματά του. Τα αυτά αιτήματα είχε προβάλει και το εις περιοχήν Αριδαίας συγκροτηθέν παρόμοιον Σλαβομακεδονικόν Τάγμα, υπό τινα Ούρδωφ. Ούτως είχε διαμορφωθεί η κατάστασις, όταν κατά τας αρχάς Οκτωβρίου 1944, ο Γκότσε επανεστάτησε κατά του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ κηρύξας την αυτονομίαν της Μακεδονίας. Τα γεγονότα εξελίχθησαν ως ακολούθως.
Την 5ην Οκτωβρίου του 1944 περιήλθεν εις χείρας ενός βαθμοφόρου του Αποσπάσματος Βιτσίου, που δρούσε κατά την περίοδον εκείνη στην περιοχή Ακρίτα – Πισοδερίου – Πρεσπών, επιστολή από το περιεχόμενο της οποίας συνήγετο το συμπέρασμα ότι το Σλαβομακεδονικό Τάγμα του Γκότσε, ευρισκόμενον στα Κορέστια (Τρίβουνο – Μακροχώρι – Χαλάρα), επρόκειτο να στασιάσει, κηρύσσον την αυτονομίαν της Μακεδονίας, διετάσσετο δε μία διλοχία του Τάγματος, δυνάμεως 200 περίπου ανδρών, η οποία ευρίσκετο εις την περιοχήν Σφήκας, όπως το ταχύτερον ενωθεί μετά της υπολοίπου δυνάμεως εις Κορέστια. Η επιστολή απεστάλη επειγόντως εις τον διοικητήν Αποσπάσματος Βιτσίου, μόνιμον υπολοχαγόν Παύλον Τσάμην, έχοντα την ημέρα εκείνην τον σταθμόν Διοικήσεώς του εις Άγιον Γερμανόν Πρεσπών.
Ο αξιωματικός ούτος, μόλις έλαβε γνώσιν του περιεχομένου της επιστολής, χωρίς να έχει σχετικήν τινα οδηγίαν, έθεσεν εις συναγερμόν ολόκληρον την δύναμίν του η οποία ευρίσκετο εις την περιοχήν Πρεσπών, ήτοι τρείς λόχους τυφεκιοφόρων και την πολυβολαρχίαν, συνολικής δυνάμεως 500 περίπου ανδρών (είς Λόχος παρέμενεν εις περιοχήν Ακρίτα (Μπουφίου) ως ασφάλεια του εκεί κλιμακίου της βρεταννικής στρατιωτικής αποστολής) και εντός της νυκτός εκινήθη προς Σφήκα, δια να εξουδετερώσει την εκεί Διλοχίαν του Σλαβομακεδονικού Τάγματος. Πρόθεσις του Αποσπάσματος Βιτσίου ήτο η εν συνεχεία κίνησις προς Κορέστια και εξουδετέρωσις και της υπολοίπου δυνάμεως του Γκότσε.
Σημειωτέον ότι τας πρωϊνάς ώρας της 6ης Οκτωβρίου, είχε συλληφθεί μία ανεξάρτητος Διμοιρία του Γκότσε, η οποία ευρίσκετο εις το χωρίον Οξυά Πρεσπών και αφοπλισθείσα, είχε σταλεί υπό συνοδείαν εις Άγιον Γερμανόν και είχε εγκλεισθεί εις το Δημοτικόν Σχολείον του χωριού
Τέλος, επληροφόρησαν τον διοικητήν του Αποσπάσματος ότι ο Γκότσε είχε κηρύξει εις τα Κορέστια την αυτονόμησιν της Μακεδονίας, ότι είχε κηρύξει επίσης γενικήν επιστράτευσιν και η δύναμίς του είχε ανέλθει εις 2.000 περίπου ενόπλους, ότι είχε προβεί εις την επίταξιν κτηνών και τροφίμων και ό,τι, εάν δεν εγίνοντο δεκτά τα αιτήματά του προς πλήρη ανεξαρτησίαν των Σλαβομακεδόνων, θα έφθανε εις ένοπλον ρήξιν με το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ.
Ταυτοχρόνως παρείχετο η πληροφορία ότι τμήματα του 27ου Συντάγματος, υπό τον μόνιμον λοχαγόν Καρατάσιον εκινούντο από νότου προς Κορέστια, με την αυτήν αποστολήν. Η απόφασις της ηγεσίας του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ δια την δια των όπλων προσβολήν των Σλαβομακεδόνων του Γκότσε ελήφθη πολύ αργά. Είχε χαθεί η ευκαιρία να εξοντωθούν μέχρις ενός, εάν δεν εμποδίζετο εις την απόφασίν του το Απόσπασμα Βιτσίου, το οποίον εκράτει αποκεκομμένην την οδό υποχωρήσεως των στασιαστών προς Γιουγκοσλαβίαν από της 6ης Οκτωβρίου.
Οι στασιασταί θα ετίθεντο μεταξύ δύο πυρών, ενώ τώρα θα ελάμβανεν χώραν απλή απώθησις τούτων προς Γιουγκοσλαβίαν, όπως και έγινεν.
Μετά την εκ Πρεσπών αναχώρησιν του Αποσπάσματος Βιτσίου, κατόπιν εντολής του πολιτικού της ΙΧ Μεραρχίας Ρένου, οι αφοπλισθέντες Σλαβομακεδόνες του Γκότσε αφέθησαν ελεύθεροι και εντός της νυκτός 7/8 Οκτωβρίου συνενώθησαν μετά των εις Κορέστια δυνάμεων του Γκότσε.
Η εις Πρέσπαν αφεθείσα δύναμις του Αποσπάσματος διετάχθη επίσης να κινηθεί προς Ακρίταν και να συνενωθεί μετά του Αποσπάσματος. Τοιουτοτρόπως παρέμεινε τελείως ελευθέρα η δίοδος Πρεσπών.
Τα τμήματα του Αποσπάσματος Βιτσίου και του 27ου Συντάγματος κινηθέντα την 10η Οκτωβρίου προς Κορέστια δεν συνήντησαν παρά ελαφρά τμήματα οπισθοφυλακών του Γκότσε, ο οποίος, άμα τη πληροφορία ότι κινούνται εναντίον του δυνάμεις υπεχώρησεν προς Πρέσπαν και εκείθεν δια Δουμπιάνης – Λουμπόϊντο εισήλθεν εις το Γιουγκοσλαβικό έδαφος. Το Απόσπασμα Βιτσίου έδωσε μάχη με τα τελευταία τμήματα του Γκότσε εις περιοχήν Γάβρου, κατά την οποίαν και ετραυματίσθη είς εκ των ανδρών του. Επίσης τμήματα του 27ου Συντάγματος συνεπλάκησαν με τμήματα οπισθοφυλακής του Γκότσε εις περιοχήν Βατοχωρίου – Κρυσταλλοπηγής, κατά την οποίαν εφονεύθη ο εις το 27ο Σύνταγμα υπηρετών μόνιμος Επιλοχίας Εμμ. Δατσέρης.
Τα στασιάσαντα τμήματα του Γκότσε, δυνάμεως 2.000 περίπου μεταφέρθησαν εν τάχει εκ σερβικής Πρέσπας εις τον Τομέα Μοναστηρίου και επεχείρησαν να εισχωρήσουν εντός του ελληνικού εδάφους από την κατεύθυνσιν Αγίας Παρασκευής και Εθνικού.
Εν τω μεταξύ όμως τμήματα του 27ου Συντάγματος εφρούρουν το τμήμα της μεθορίου Πρεσπών και τοιαύτα του Αποσπάσματος Βιτσίου το τμήμα από Ακρίτα μέχρις Αγίας Παρασκευής. Εν τη προσπαθεία των όθεν όπως εισβάλλουν εις τον τομέα Εθνικού – Παρωρίου, συνήντησαν την αντίστασιν των τμημάτων του Αποσπάσματος κατά την συναφθείσαν δε μάχην περί τα μέσα Οκτωβρίου εις τα υψώματα Εθνικού, υπέστησαν σοβαρές απώλειες και ηναγκάσθησαν να συμπτυχθούν εντός του Γιουγκοσλαβικού εδάφους.
 Ολίγας ημέρας βραδύτερον, τμήματα του Γκότσε, εισέβαλον κατά την διάρκειαν της νυκτός εις το χωρίον Πολυπλάτανος και ήρπασαν σημαντικήν ποσότητα σιτηρών εκ των εκεί αποθηκών.
Η κατάστασις αυτή συνεχίσθηκε μέχρι της αποχωρήσεως και της τελευταίας δυνάμεως των Γερμανών εξ Ελλάδος την 1ην Νοεμβρίου του 1944, οπότε, το μεν 27ο Σύνταγμα επήνδρωσε την ελληνογιουγκοσλαβικήν μεθόριον από λίμνης Πρεσπών μέχρις Εθνικού, το δε Απόσπασμα Βιτσίου, από Αγίας Παρασκευής μέχρι Μεσοχωρίου.
Τα γιουγκοσλαβικά φυλάκια, μέχρι περίπου του τέλους του 1944, ήσαν επηνδρωμένα με τμήματα του Γκότσε, βραδύτερον δε αντικατεστάθηκαν με τμήματα Σέρβων παρτιζάνων.

Υπολοχαγός Παύλος Τσάμης

Διοικητής Αποσπάσματος Βίτσι
28ου Συντάγματος ΕΛΑΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια: