Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΖΗΜΑΣ – ΣΑΜΑΡΙΝΙΩΤΗΣ / ΕΝΑΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ, ΕΝΑΣ ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ, ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο Ανδρέας Δημητρίου Τζήμας ήταν ένας πατριώτης, ένας άνθρωπος αγνός, ενάρετος, ευπρεπής, γεμάτος καλοσύνη, ένας άνθρωπος Άγιος. Υπήρξε πρότυπο ιδεολόγου κομμουνιστή, σταθερά προσηλωμένος, χωρίς ιδιοτέλεια ή υστεροβουλία στο Κ.Κ.Ε. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, από πατέρα και μάνα, με αριστοκρατική ανατροφή, ήταν ένας πραγματικός ευπατρίδης που συνδύαζε την αριστοκρατική καταγωγή με την ευγένεια του χαρακτήρα, την σπάνια πνευματική καλλιέργεια και τον πλούσιο ψυχικό κόσμο. Ήταν το άτομο που με την προσωπικότητά του προσήλκυε και γοήτευε τους συνομιλητάς του.
Γεννήθηκε στην Καστοριά και όχι στη Σαμαρίνα, – όπως εσφαλμένα γράφεται –  το 1908[1]. Στο Κ.Κ.Ε. μυήθηκε στη δεκαετία του 1920, ως μαθητής Γυμνασίου. Υπήρξεν υπόδειγμα κομμουνιστή και πρότυπο προς μίμηση, ένα πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από υψηλότατο βαθμό τελειότητος. Έκανε πράξη τη χριστιανική ρήση του Ευαγγελίου «όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον ένα». Η αφοσίωση στο κόμμα στον ύψιστο βαθμό. Εγκατέλειψε τη Δικηγορία και αφοσιώθηκε στο Κ.Κ.Ε. με τρόπο αποκλειστικό και απόλυτο, και αφιέρωσε τις δυνάμεις, τις σκέψεις, τη δραστηριότητά του στα ιδανικά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, μιας ιδεολογίας στυγνής δικτατορίας και που ένα από τα χιλιάδες θύματά της ήταν και ο ίδιος. Ένας επώνυμος Έλλην, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εξέφρασε την εξής γνώμη για τον Τζήμα και τον Πορφυρογένη (άλλη μιά μεγάλη προσωπικότητα του Κ.Κ.Ε.). «Εάν είχαν ενταχθεί στα αστικά κόμματα, θα είχαν σίγουρα διατελέσει Πρωθυπουργοί της Ελλάδος».
Ο πατέρας του, Δημήτριος Τζήμας, γεννημένος το 1866 στη Σαμαρίνα, ήταν γόνος μιάς μεγάλης οικογένειας – φαμίλιας (ΤΖΗΜΑΙΟΙ), με διακλαδώσεις στη Θεσσαλία και Μακεδονία, είχαν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας εξαιρετικές επιδόσεις στις επιστήμες και το εμπόριο. Αφού τελείωσε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ορκίστηκε Δικηγόρος, εγκαθίσταται για λόγους Εθνικούς στη Τουρκοκρατούμενη Καστοριά και ασκεί το λειτούργημα του Δικηγόρου προ του 1900. Υπέροχος πατριώτης, παρέχει ηθική και υλική βοήθεια στους Μακεδονομάχους στον αγώνα κατά των κομιτατζήδων τα έτη 1901-1909. Στη Καστοριά γνωρίζεται με την αρχοντοπούλα Ουρανία Αλβανού δασκάλα, την οποίαν παντρεύεται και αποκτά τέσσερα αγόρια, τον Ανδρέα, έτος γεννήσεως 1908, τον Παναγιώτη επίσης Δικηγόρο, έτος γεννήσεως 1912, τον Γεώργιο γεωπόνο, έτος γεννήσεως 1914 και τον Σωτήρη μηχανικό, έτος γεννήσεως 1916. Κανείς τους δεν άσκησε βιοποριστικό επάγγελμα, αλλά αφοσιώθηκαν ψυχή και σώμα με υπερβάλλοντα ζήλο στο Κ.Κ.Ε. Στην Κατοχή έλαβαν μέρος στην ΕΑΜική Αντίσταση σε επίκαιρες θέσεις, και μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και την έναρξη του Εμφυλίου, εντάχθηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό. Ο Γιώργος Τζήμας σκοτώθηκε στις μάχες του Γράμμου. Μετά την ήττα, ακολούθησε η προσφυγιά στις Ανατολικές χώρες, με το γνωστό δράμα των πολιτικών προσφύγων. Δεν νομίζω να υπάρχει προηγούμενο στην Ελλάδα τέτοιας οικογενειακής ποιοτικής προσφοράς σε αφοσίωση, αγώνες και θυσίες για μιά ιδεολογία που στην πράξη και εφαρμογή διέψευσε τις ελπίδες και τις προσδοκίες για κάτι καλό και θετικό, για το Κ.Κ.Ε. ένα κόμμα με ηγεσίες ανίκανες και ακατάλληλες να διαδραματίσουν τον προορισμό που υπηρετούσαν, με αίσθημα ηθικής ευθύνης και οραμάτων, μιας ηγεσίας που ήταν υπό την εξάρτηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Κ.Κ. της Σοβιετικής Ένωσης, μιας ηγεσίας κατώτερης των περιστάσεων και των προσδοκιών της ΕΛΙΤ των Ελλήνων Κομμουνιστών, για τον Διεθνισμό και την εξάλλειψη της αδικίας και των ανισοτήτων, για ειρήνη και οικονομική πρόοδο.
Στη δεκαετία του ’20, στη συντηρητική και δεξιά Καστοριά με πιονέρο τον Ανδρέα Τζήμα γίνεται η μύηση στο Κ.Κ.Ε. δεκάδων επιστημόνων, γόνων πλουσίων αστικών οικογενειών, όπως των: Κων/νου Αλβανού γιατρού από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, θείου του, Ανδρέα Αλβανού, Δικηγόρου, πρωτεξαδέλφου, Πάτροκλου Τζώτζα, Φαρμακοποιού, πρωτεξαδέλφου, Αναστασίου Τζώτζα, Γεωπόνου, πρωτεξαδέλφου, Δημητρίου Τσιάκαλη, Οικονομολόγου, πρωτεξαδέλφου – γραμματέα του Κ.Κ.Ε. επί κατοχής –, Γιώργου Τυπάδη, Δικηγόρου, συγγενούς Ιωάννη Τυπάδη, συγγενούς, Μενελάου Τυπάδη, μονίμου Ανθυπολοχαγού φονευθέντος το 1948 στο Γράμμο, επίσης συγγενούς, Θεόκλητου Παπακωνσταντίνου, Δημοσιογράφου μετέπειτα Υπουργού Παιδείας επί Χούντας, Παναγιώτη Γυόκα μετέπειτα Βουλευτού του Λαϊκού Κόμματος και του Συναγερμού, των Θεόδωρου και Κωνσταντίνου Ευθυμιάδη, μελών του πολιτικού Γραφείου του Κ.Κ.Ε., του Ζήση Ζωγράφου Δικηγόρου, μετέπειτα μέλους του Πολιτικού Γραφείου και μετά τη διάσπαση Γ.Γ. του Κ.Κ.Εσωτερικού, του Τηλέμαχου Βερβέρη-Μάχου μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. στην περίοδο της Κατοχής, του Πασχάλη Μητρόπουλου, Δικηγόρου, Υπουργού στην Κυβέρνηση Μ. Βαφειάδη και μετέπειτα αυτονομιστή, και δεκάδων άλλων επιστημόνων και επιφανών Καστοριανών, της αφρόκρεμας, της ελίτ, της ακαδημαϊκής και αστικής κοινωνίας.
Έτσι, παρουσιάζεται το ασυνήθιστο και εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, η Καστοριά με πληθυσμό επί του συνόλου των κατοίκων της Ελλάδος, προ του 1940 0,6% να αριθμεί σε μέλη – όχι οπαδούς και φίλους – το 7% και μάλιστα το εκλεκτότερο τμήμα της Καστοριανής Κοινωνίας. Το εκπληκτικό αυτό πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο, μοναδικό, δεν παρατηρήθηκε σε κανένα κέντρο κομμουνιστικής δραστηριότητος, σε κανένα από τα παραδοσιακά κάστρα του κομμουνισμού, όπως για παράδειγμα η Β΄ περιφέρεια Αθηνών, η Β΄ περιφέρεια Πειραιά – Νίκαια – Δραπετσώνα κλπ, η Β΄ Θεσσαλονίκης, η Λέσβος, η Καβάλα, ο Βόλος και αλλού, όπου η ακτινοβολία και η επιρροή του Κ.Κ.Ε. υπερέβαινε κάθε προσδοκία. Σε αυτό, συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό ο Ανδρέας Τζήμας και οι συγγενείς του.
Ο πατέρας μου Αθανάσιος Κρίκης, Δικηγόρος Λάρισας, το 1913 δέχεται πρόσκληση από τον πατέρα του Ανδρέα Τζήμα για μεταγραφή στον Δικηγορικό Σύλλογο Καστοριάς με σκοπό τη συνεργασία στη Δικηγορία, πρόταση την οποίαν απεδέχθη και έκτοτε η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε αδιατάρακτα και χωρίς τριβές μέχρι το 1936, χρονιά θανάτου του Δημητρίου Τζήμα. Κατανοητό λοιπόν είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ των οικογενειών Τζήμα – Κρίκη, ήταν στενές και κάτι περισσότερο από φιλικές.
Τον Ανδρέα Τζήμα, αυτόν τον καταπληκτικό άνθρωπο που προξενούσε μεγάλη εντύπωση και θαυμασμό, είχα την τιμή και την ευχαρίστηση να τον γνωρίσω το 1945 όταν εδικάζετο στο Πλημμελειοδικείο Καστοριάς για κατοχικά αδικήματα. Το τριήμερο της σύντομης παραμονής του στη γενέτειρά του Καστοριά, φιλοξενήθηκε στο σπίτι μου, οπότε είχα πολύ χρόνο να θαυμάσω το μεγαλείο του ανδρός, το θάρρος του και τις αρετές του. Την υπεράσπιση του Τζήμα, το Κ.Κ.Ε. είχε αναθέσει στον Δικηγόρο Θεσ/νίκης Σύλλα Παπαδημητρίου και στον Νίκο Κρίκη, Γραμματέα του Αγροτικού κόμματος Καστοριάς. Αξίζει να αναφέρω, ότι προσήλθε αυθόρμητα και εθελοντικά και τον υπερασπίστηκε και ο Ευρυσθέας Μαγιάκος, Δικηγόρος Θεσ/νίκης, Υπουργός του δικτάτορα Μεταξά, με τον οποίο συνεδέετο φιλικά λόγω πατρός Τζήμα.
Για τον Ανδρέα Τζήμα ο γνωστός και πολύ καλός στον τομέα του ιστορικός Χάγκεν Φλάϊσερ, στο μνημειώδες έργο του «ΣΤΕΜΜΑ ΚΑΙ ΣΒΑΣΤΙΚΑ» γράφει:
«Από τώρα οφείλω να μνημονεύσω δύο κορυφαίες πνευματικές και πολιτικές προσωπικότητες και να τους ευχαριστήσω. Τον αείμνηστο Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον αείμνηστο Ανδρέα Τζήμα, άλλον εξέχοντα πρωταγωνιστή της κατοχικής περιόδου. Ο Ανδρέας ήταν προσηνής, διεισδυτικός και με αποκρυσταλλωμένες στο πέρασμα του χρόνου απόψεις.
Κατά συνέπεια δεν είναι τυχαίο ότι είχα παρακαλέσει αυτούς τους δύο πολιτικούς άνδρες, που με τίμησαν με τη φιλία τους να…
Οι μετέπειτα λοιπόν σχέσεις μου είναι απόρροια της αρχικής μου εκτίμησης και αξιολόγησης των δύο αυτών προσωπικοτήτων και όχι το αντίστροφο. (τόμος 1, σελίδα 12)» [2].
Ο ιστορικός Χάγκεν Φλάϊσερ, τοποθετεί δίπλα στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, αυτόν τον φιλόσοφο, αυτόν τον τιτάνα του πνεύματος και της πολιτικής, τον Καστοριανό Ανδρέα Τζήμα.
Σχετικά με την Εθνικοπατριωτική δραστηριότητα του Ανδρέα Τζήμα κατά την κατοχή 1941-1944 και αμέσως μετά την απελευθέρωση και πριν την έναρξη του Εμφυλίου, παραθέτω από το βιβλίο του Ευάγγελου Μαχαίρα αυτούσιο ένα κείμενο που περιέχεται στη 514 σελίδα του αξιόλογου ιστορικού βιβλίου του «ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ»:
«Όπως τονίζει όμως, ο Σόλων Γρηγοριάδης, ο κυριότερος λόγος της άρνησης του Σιάντου να υπογράψει τη συμφωνία για το Βαλκανικό Στρατηγείο ήταν άλλος: «Ο φόβος ότι η Γιουγκοσλαβία είχε βλέψεις πάνω στην ελληνική Μακεδονία. Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα που χώριζε τις απόψεις του Κ.Κ.Ε. από εκείνες του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας, ήταν το Μακεδονικό…».
Οι Γιουγκοσλάβοι προγραμμάτιζαν τότε «ελεύθερη και ανεξάρτητη Μακεδονία» από εδαφικά τμήματα της Γιουγκοσλαβίας, Βουλγαρίας και Ελλάδας.
Και ο Θανάσης Χατζής, σφοδρός επικριτής της συμφωνίας με το Βρετανικό Στρατηγείο, εντούτοις, παραδέχεται ότι: «… Τα παρτιζάνικα τμήματα του λαϊκού στρατού της Γιουγκοσλαβίας ανέπτυσσαν προπαγανδιστική δράση ανάμεσα στο σλαβόφωνο πληθυσμό της ελληνικής Μακεδονίας, αντίθετη από τη γραμμή του Κ.Κ.Ε. και του Ε.Α.Μ. Το μακεδονικό γραφείο μάταια ζητούσε (από τους Γιουγκοσλάβους) κατανόηση και σεβασμό των αρχών που είχαν συμφωνηθεί στη συνάντηση Σιάντου-Τέμπο, τον Ιούλη του 1943. Η τακτοποίηση του σοβαρού αυτού θέματος, ανατέθηκε πάλι στον «Γέρο». Ο Σιάντος αποφάσισε να στείλει τον Τζήμα στην Καρατζόβα. Ο Τζήμας συνάντησε τον Τέμπο… Διαπίστωσε ότι είχε παρανοηθεί από τους Γιουγκοσλάβους ο χαρακτήρας του αντιφασιστικού πολέμου… Η θέση τους να ενωθούν οι Μακεδόνες της Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας σε ενιαίο κράτος, μέσα στο πλαίσιο της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, ήταν ένας ανόητος, επιζήμιος παροξυσμός «μεγαλοσέρβικου» σωβινισμού και άνοιγε αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς και τα Κ.Κ. της περιοχής. Ο Τζήμας αντέδρασε επίμονα και απαίτησε κατηγορηματικά, να σεβαστούν οι Γιουγκοσλάβοι τη γραμμή ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ή να φύγουν αμέσως από τις ελληνικές περιοχές…».
Το πόσο σωστή ήταν η γραμμή του Σιάντου και των άλλων που παρέμεναν άκαμπτοι στα εθνικά ζητήματα, φαίνεται και απ’ αυτά που γράφει ο ίδιος ο Τίτο στα απομνημονεύματά του: «Όταν έφτασε ο Έλληνας αντιπρόσωπος (εννοεί τον Α. Τζήμα), έφτασε και η δική μας μακεδονική αντιπροσωπεία μαζί με τον Τέμπο:
»Στην διάρκεια της συζήτησης έγινε φανερό ότι υπάρχουν πολύ ανώμαλες σχέσεις ανάμεσα στους μακεδόνες και τους Έλληνες συντρόφους. Υπήρχαν αμοιβαίες κατηγορίες. Οι Μακεδόνες κατηγορούν τους Έλληνες ότι απαγόρευσαν οποιαδήποτε συγκρότηση μακεδονικών παρτιζάνικων συγκροτημάτων στην ελληνική Μακεδονία. Ισχυρίζονται ότι απαγόρευσαν ακόμα και τη μακεδονική γλώσσα. Δεν αναγνωρίζουν ότι υπάρχει ζήτημα εθνικής μειονότητας για τους Μακεδόνες της Ελλάδας…».
Όταν ρωτήθηκε ο Σιάντος, από το δημοσιογράφο Απ. Στρογγύλη, τί θα γίνει με την ίδρυση του κοινού Βαλκανικού Στρατηγείου, εκείνος απάντησε σκεφτικός:
«Θα το δούμε αυτό το θέμα. Δεν είναι τόσο εύκολο. Κι έχει και εθνικές πλευρές. Σοβαρές εθνικές πλευρές…» (βλ. σχετικά και στο βιβλίο του Dominique Eudes: «Οι Καπετάνιοι», σελ. 97-101)».
                                                      ¨       

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΤΖΗΜΑ

Τονίζω ιδιαίτερα και υπογραμμίζω:
Α΄. «Όπως τονίζει όμως, ο Σόλων Γρηγοριάδης, ο κυριότερος λόγος της άρνησης του Σιάντου να υπογράψει τη συμφωνία για το Βαλκανικό Στρατηγείο ήταν άλλος: «Ο φόβος ότι η Γιουγκοσλαβία είχε βλέψεις πάνω στην ελληνική Μακεδονία. Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα που χώριζε τις απόψεις του Κ.Κ.Ε. από εκείνες του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας ήταν το Μακεδονικό…».
Χαρακτηριστικό δείγμα μιάς Εθνικοπατριωτικής ευαισθησίας που υπερβαίνει κατά πολύ το μέτρο, είναι του Σιάντου για τις βλέψεις που είχε ο Τίτο για τη Μακεδονία μας.
¨       
«Ο Τζήμας αντέδρασε επίμονα και απαίτησε κατηγορηματικά, να σεβαστούν οι Γιουγκοσλάβοι τη γραμμή ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ή να φύγουν αμέσως από τις ελληνικές περιοχές…».

 

Β΄. Ο Ανδρέας Τζήμας αυτός ο αγνός, ιδεολόγος, άδολος και συνάμα αγωνιστής πατριώτης, κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, αγωνιζόταν για τη Μακεδονία  και απαιτούσε από τους Γιουγκοσλάβους να φύγουν αμέσως από τις ελληνικές περιοχές.

¨       
«Το πόσο σωστή ήταν η γραμμή του Σιάντου και των άλλων που παρέμεναν άκαμπτοι στα εθνικά μας θέματα, φαίνεται και απ’ αυτά που γράφει ο ίδιος ο Τίτο στα απομνημονεύματά του: «Όταν έφτασε ο Έλληνας αντιπρόσωπος (Τζήμας), έφτασε και η δική μας μακεδονική αντιπροσωπεία μαζί με τον Τέμπο:
»Στην διάρκεια της συζήτησης έγινε φανερό ότι υπάρχουν πολύ ανώμαλες σχέσεις ανάμεσα στους μακεδόνες και τους Έλληνες συντρόφους. Υπήρχαν αμοιβαίες κατηγορίες. Οι Μακεδόνες κατηγορούν τους Έλληνες ότι απαγόρευσαν οποιαδήποτε συγκρότηση μακεδονικών παρτιζάνικων συγκροτημάτων στην ελληνική Μακεδονία. Ισχυρίζονται ότι απαγόρευσαν ακόμα και τη μακεδονική γλώσσα. Δεν αναγνωρίζουν ότι υπάρχει ζήτημα εθνικής μειονότητας για τους Μακεδόνες της Ελλάδας…».

¨                  
Γ΄. Σωστή, καταλυτική, άκαμπτη, άκρως Εθνική και Πατριωτική η γραμμή του Σιάντου (ΚΚΕ), τότε στα εθνικά ζητήματα και στο Μακεδονικό, γεγονός που και ο Τίτο το δέχεται ως αληθινό.

¨                   
Αυτός ο υπέροχος πατριώτης, ο Ευπατρίδης, ο Αριστοκράτης, ο διανοούμενος με τη βαθιά φιλοσοφική και πολιτική σκέψη, αυτός ο ιδεολόγος που χωρίς καμιά ιδιοτέλεια και υστεροβουλία, υπηρέτησε μια ιδεολογία και το Κ.Κ.Ε. συνειδητά, σταθερά και με τρόπο αποκλειστικό και απόλυτο, με τυφλή πίστη στο δόγμα, χωρίς ιδεολογικές ταλαντεύσεις, θυσιάζοντας τα πάντα, μετά την άφιξη του Ζαχαριάδη από το Νταχάου (1945), παραμερίζεται, διασύρεται η τιμή και υπόληψή του, δεν αναγνωρίζεται η προσφορά του στο κόμμα, διαγράφεται ακόμα και από μέλος του Κ.Κ.Ε., διασύρεται, δυσφημείται, και κλείνεται σε νευρολογική κλινική στην Ουγγαρία και συνεπεία της ψυχολογικής βίας που ασκείται σε βάρος του από την ηγετική ομάδα του Κ.Κ.Ε. πεθαίνει στη Βουδαπέστη το 1975 σε ηλικία 67 ετών.
Αυτή ήταν η μοίρα όχι μόνον του Ανδρέα Τζήμα, αλλά και εκατοντάδων άλλων ιδεολόγων πνευματικών ανθρώπων, μελών και στελεχών του Κ.Κ.Ε. πνευματικών ανθρώπων που ασπάστηκαν την κομμουνιστική ιδεολογία. Ο Νίκος Ζαχαριάδης, Γενικός Γραμματέας του Κ.Κ.Ε. χωρίς τα αναγκαία πνευματικά και άλλα εφόδια, κατείχετο από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας για τους διανοούμενους.



[1] Έχω στην κατοχή μου και στην αποκλειστική χρήση μου, όλες τις ληξιαρχικές πράξεις της οικογένειας Τζήμα.
[2] (Βλέπε και Dominique Eudes: «Οι Καπεταναίοι και ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος». Εκφράσεις θαυμασμού και επαίνων για τον Ανδρέα Τζήμα). 

Δεν υπάρχουν σχόλια: