Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Μ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α – Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΑΜΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Εκατοντάδες είναι οι γίγαντες του πνεύματος, το σύνολο σχεδόν των διανοούμενων της Ελλάδος, το καλύτερο κοινωνικά και πνευματικά τμήμα του λαού μας, η αφρόκρεμα των πνευματικών ανθρώπων, που συμμετείχαν ολόψυχα στην εποποιία  και το μεγαλούργημα της Εθνικής μας Αντίστασης, που με το έργο τους στη συνέχεια διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην πορεία και  εξέλιξη του πολιτισμού , της πνευματικής και ψυχικής καλλιέργειας των Ελλήνων. Όλα άτομα αξιόλογα και με τον αρμόζοντα ηθικό χαρακτήρα. Ναι μεν ηττήθηκε στρατιωτικά η αριστερά το 1949 (στο Γράμμο), επιβλήθηκε όμως  - παρά το καθεστώς της βίας και της τρομοκρατίας που επικράτησε από το μεταδεκεμβριανό κράτος και παρακράτος –, η μοναδική, η ασυναγώνιστη, η ζωογόνος κουλτούρα, μια κουλτούρα που δεν μπορεί να την μιμηθεί και να την ξεπεράσει κανείς και καμία εποχή. Ένα σύνολο πνευματικών δραστηριοτήτων - διανόηση, καλές τέχνες κλπ - της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς ανόθευτης και απαλλαγμένης από υποκρισία και προσποίηση, την πατριωτική και που εμπνέονταν μόνον από υψηλά ιδανικά, μιας Αριστεράς εκτός των τειχών του Ζαχαριάδη, του Σιάντου, του Ιωαννίδη, του Βαφειάδη, του Βλαντά, του Γούσια και όλων εκείνων που υπηρέτησαν την Σοβιετική Ένωση και τον Σταλινισμό,  όχι κακέκτυπη και σοσιαλδημοκρατική, η οποία φώτισε, καθοδήγησε  και έδωσε μια νέα διάσταση στο πνευματικό, κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό γίγνεσθαι, που ενίσχυσε τον πολιτισμό, το σύνολο των πνευματικών και καλλιτεχνικών επιδόσεων και επιτευγμάτων των Ελλήνων. Επιπλέον από την Εθνική μας Αντίσταση, ξεπρόβαλε η πραγματική, η αληθινή Αριστερή διανόηση των κοινωνικών και πολιτικών οραμάτων και όχι η πλασματική, η κακέκτυπη και ψευδεπίγραφη, δηλαδή η «Αριστερά» της εξυπηρέτησης των στενά ατομικών συμφερόντων και του βολέματος, της αριστεράς εκείνης που κυριάρχησε μετά το 1981, ιδίως στα ιδιωτικά ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Είναι η Αριστερά εκείνη, η ευσυνείδητη, η αξιοπρεπής, η αξιόπιστη και πιστή στις πανανθρώπινες αξίες και ηθικές αρχές, που με την πνοή της άνοιξης ενίσχυσε τις πνευματικές, ψυχικές και ηθικές δυνάμεις του Έλληνα και σηματοδότησε την εποχή μας, αλλά θα σηματοδοτεί αέναα με τα πνευματικά δημιουργήματα των ανθρώπων της τον πολιτισμό της Ελλάδος και της ανθρωπότητας. Σε αντίθεση με τα σημαντικά και αξιόλογα πνευματικά δημιουργήματα των αριστερών, η  νικήτρια παράταξη, ένα αμάλγαμα από την τότε «ΔΕΞΙΑ», τους «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ» και τα κόμματα του λεγόμενου «ΚΕΝΤΡΟΥ», σε αναλογία με την αριστερά, υπολείπεται σε έργα μεγάλης σημασίας και αξίας. Όπως και σε γίγαντες της διανόησης.         
Η λεγόμενη συντηρητική παράταξη υστερεί ειδικά στους τομείς των πνευματικών δημιουργημάτων του ανθρώπου, όπως της Τέχνης, της Μουσικής, της Ποίησης, της Δημοσιογραφίας, της Λογοτεχνίας, του Θεάτρου, των Εικαστικών Τεχνών κα. Οι εκατοντάδες διανοούμενοι που συμμετείχαν ολόψυχα στην Εθνική Αντίσταση είναι άνθρωποι που διαπλάστηκαν, διαμορφώθηκαν και ζυμώθηκαν με τις αυθεντικές σοσιαλιστικές ιδέες και τα οράματα και θεωρητικά ιδανικά του Σοσιαλισμού και πλάι στο λαό. Με τα απειράριθμα, εθνωφελή, κοινωνικά και απαράμιλλα πνευματικά  τους έργα έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στον άνθρωπο, στα πανανθρώπινα ιδανικά του Σοσιαλισμού, της Δημοκρατίας, της Ειρήνης και στις ανθρωπιστικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες. Σε ό,τι θεωρείται και είναι ωφέλιμο και καλό από πνευματική, ηθική και πρακτική άποψη για την κοινωνία και τα άτομα κάθε χώρας.
ΟΙ ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗΝ ΕΑΜΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Τα ονοματεπώνυμα που παρατίθενται παρακάτω και πολλά άλλα ιστορικά στοιχεία, τα άντλησα από τα μοναδικά στο είδος τους και που αξίζει να μνημονευθούν λόγω της ιστορικής τους αξίας βιβλία:
1ον ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ “50 Χρόνια Μετά…” Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή 1993 και 2ον: “Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ” Εκδόσεις ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ 2008, του Ευάγγελου Μαχαίρα, μιας εξέχουσας προσωπικότητας του πνεύματος, της Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού, ο οποίος προλογίζει τα μνημειώδες έργα του, ως εξής:
“50 Χρόνια Μετά…”
«Στις 8 Μαΐου 1945 τελείωσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, που στοίχισε 50εκατομμύρια νεκρούς, αλλά και τόσα εκατομμύρια τραυματίες και αναπήρους και ανυπολόγιστες καταστροφές.
Στην πρώτη φάση ήταν αστραπιαίος. Μέσα σε λίγες μέρες υποτάσσονταν η Πολωνία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Γαλλία. Μόνον η Ελλάδα πρόβαλε αντίσταση εφτά μηνών και στους δύο. συνεταίρους του Άξονα (Γερμανία-Ιταλία), από τις 28 Οκτωβρίου 1940 που άρχισε η ιταλική επίθεση, μέχρι τις 31 Μαΐου 1941 που έληξε η μάχη της Κρήτης. Και επακολούθησαν η επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, ο πόλεμος στη Βόρεια Αφρική, στη Μέση και στην Άπω Ανατολή, οι συμμαχικές αποβάσεις στην Ιταλία και τη Γαλλία, η συντριβή του γερμανικού στρατού στο ανατολικό μέτωπο, η συνάντηση των Σοβιετικών και των Δυτικών στο Βερολίνο; η αυτοκτονία του Χίτλερ και η συνθηκολόγηση που υπέγραψε ο διάδοχός του ναύαρχος Ντένιτς με τους συμμάχους.
Η ιστορία της Ελληνικής Αντίστασης περιμένει ακόμη το συγγραφέα της. Όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί μέχρι τώρα δεν είναι ιστορικά. Τα περισσότερα είναι απομνημονεύματα και τα υπόλοιπα είναι απολογητικά ή απορριπτικά. Επομένως δεν είναι αντικειμενικά.
Ένιωσα την ανάγκη να δώσω στο μέλλοντα ιστορικό μερικά στοιχεία (πληροφορίες και εκτιμήσεις), που θα τον βοηθήσουν για την αντικειμενική εξιστόρηση της Εθνικής μας Αντίστασης. Επειδή όμως η συμμετοχή μου ήταν περιορισμένη σε μια περιοχή (Νότια Πελοπόννησο), δεν μπορώ να δώσω μια συνολική εικόνα. Αλλά τα γενικά χαρακτηριστικά και τα μεγάλα γεγονότα, είχαν την ίδια επιρροή σε όλες τις περιοχές.
Για να θυμούνται οι παλιοί (όσοι επιζούν) και να γνωρίζουν οι νεότεροι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίστηκαν όσα εξιστορώ και κρίνω, στο πρώτο κεφάλαιο προτάσσω μια περίληψη των διεθνών γεγονότων και στην αρχή των επόμενων κεφαλαίων ένα χρονολογικό πίνακα των σημαντικότερων αντιστασιακών δραστηριοτήτων σε. όλη την Ελλάδα. Πλήρης περιγραφή υπάρχει μόνο για τα γεγονότα που έζησα προσωπικά. Κρίσεις όμως υπάρχουν και για τη γενική πορεία της Εθνικής Αντίστασης και για περιστατικά που διαδραματίστηκαν, όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και σε άλλες περιοχές, ακόμα και έξω από την Ελλάδα (π.χ. γεγονότα της Μέσης Ανατολής).     
Αυτό που θέλω να τονίσω σ' αυτό το βιβλίο, είναι ότι η πορεία πού ακολουθήσαμε δεν ήταν μονόδρομος. Εγώ και πολλοί άλλοι αγωνιστές είχαμε για πολλά πράγματα διαφορετική γνώμη.
Ότι υπήρχαν διαφορετικές γνώμες και δυνατότητες, αποδεικνύεται και από τα βιβλία ανώτατων στελεχών που κρίνουν και επικρίνουν την τότε ηγεσία. Αλλά η κριτική αυτή γίνεται κυρίως προς μια κατεύθυνση: «Γιατί χάθηκε η επανάσταση:» Πέραν όμως από το αν η Εθνική Αντίσταση μπορούσε να μετατραπεί σε μια επανάσταση και να καταλάβει δυναμικά την εξουσία, υπάρχουν και άλλοι προβληματισμοί. π.χ. αν υπήρχαν αντικειμενικές συνθήκες που δεν επέτρεπαν μια. τέτοια εξέλιξη, όπως οι ρητές ή σιωπηρές συμφωνίες των συμμάχων, δεν έπρεπε η ηγεσία της εαμικής Εθνικής Αντίστασης να τις έχει αντιληφθεί και να χαράξει μια άλλη γραμμή, ώστε να αποφύγουμε το Δεκέμβριο, τη μεταβαρκιζιαvή τρομοκρατία, τις δεκάδες χιλιάδες συλλήψεις, τις δεκάδες χιλιάδες εκτοπίσεις, τον εμφύλιο πόλεμο, τις δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και τις δεκάδες χιλιάδες πολιτικούς πρόσφυγες, τα στρατοδικεία, τα εκτελεστικά αποσπάσματα, τα στρατόπεδα, τη φοβερή Μακρόνησο;
Έχοντας δοκιμάσει όλων των μορφών τις διώξεις μετά την απελευθέρωση, (εξορία, Μακρόνησο, φυλακή) και ζώντας σήμερα τις συνέπειες του σεισμού που προκάλεσε η αποτυχία και η κατάρρευση των «σοσιαλιστικών» καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και της Σοβιετικής Ένωσης, αισθάνομαι την ανάγκη να δημοσιεύσω τις σκέψεις που είχα κάνει και τις γνώμες που είχα εκφράσει τ6τε (και αυτό είναι γνωστό σε πολλούς συναγωνιστές μου) όχι μόνο για τις βασικές γραμμές, αλλά και για την καθημερινή εφαρμογή τους. Γιατί δεν ήταν γνώμες μόνον ενός κατώτερου βαθμοφόρου του ΕΛΑΣ, αλλά και άλλων που υπηρετούσαν σε ανώτερα κλιμάκια. Αν και δεν επικράτησαν, έχουν ιστορική αξία. Γιατί. η ιστορία δεν είναι μονοσήμαντη, έχει πολλές πλευρές και όλες πρέπει να φωτίζονται.
Θέλω επίσης ν' απαντήσω σ' αυτούς που προσπαθούν να. υποτιμήσουν, ακόμα και να μηδενίσουν τη μεγαλειώδη εαμική Εθνική Αντίσταση, με το επιχείρημα ότι αν είχε επικρατήσει θα είχε οδηγήσει τη χώρα μας σε καταστάσεις ανάλογες με εκείνες που επικράτησαν σε άλλες βαλκανικές χώρες και άρα δικαιολογούνται όχι μόνο εκείνοι που απείχαν, αλλά κι εκείνοι που την πολέμησαν συμμαχώντας με τους καταχτητές.
Η προσπάθειά τους αυτή είναι μάταιη και καταδικασμένη. Η αντίστα­ση δεν ήταν ελληνικό φαινόμενο, αλλά πανευρωπαϊκό. Ήταν μέρος του συμμαχικού αντιφασιστικού αγώνα και η ιστορία την έχει στεφανώσει με μεγάλη δόξα και τιμή. Αλλά και η συνεργασία με τους καταχτητές, δηλαδή με τους ιταλούς, γερμανούς και βουλγάρους  φασίστες, δεν ήταν επίσης μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά πανευρωπαϊκό. Και η ιστορία το έχει ονομά­σει προδοσία της χειρότερης μορφής και το έχει ανέκκλητα και αμείλικτα καταδικάσει. Τα οποιαδήποτε λάθη που έκαναν αυτοί που πολεμούσαν τους καταχτητές, δεν δικαιολογούν τη συνεργασία και την προδοσία. Κι ε­κείνοι που προσπαθούν να τη δικαιολογήσουν και μάλιστα να τη δικαιώ­σουν, απλούστατα ταυτίζονται μαζί της.         .           .
Η ελληνική Εθνική Αντίσταση ήταν μια από τις μαζικότερες και ηρωικότερες στην εποχή της. Ήταν η φωτεινότερη σελίδα της ιστορίας μας μετά το '21.
Αυτό θα είναι το τελικό πόρισμα της Ιστορίας και αυτό θα διδάσκεται, στα σχολεία μας. Και το '21 είχε αμφισβητηθεί και συκοφαντηθεί. Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να θεσπιστεί ως εθνική γιορτή μας η 25η Μαρτίου και ως Εθνικός μας ύμνος ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονύσιου Σολωμού. Για την αναγνώριση της Εθνικής μας Αντίστασης χρειάστηκαν σαράντα περίπου χρόνια. Ύστερα άρχισε πάλι η αμφισβήτηση και η περικοπή των συντάξεων των αντιστασιακών. Σε λίγα χρόνια όμως οι αμφισβητήσεις θα εκλείψουν. Και η δόξα της Εθνικής μας Αντίστασης θα παραμείνει ακέραιη, λαμπρή και αθάνατη. Οι Αντιστασιακοί όμως δεν θα ζουν πια…»


“Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ”
«Στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα 1941-1944 δεν πήραν μέρος μό­νον οι ένοπλοι και οι άλλοι αγωνιστές που πλαισίωναν τις αντιστα­σιακές οργανώσεις, αλλά και ολόκληρος ο πνευματικός κόσμος της Χώρας. Λογοτέχνες, θεατρικοί συγγραφείς, συνθέτες, ηθοποιοί, ζω­γράφοι, χαράκτες, δημοσιογράφοι. Εμπνεόμενοι από τον αγώνα για την ελευθερία και από τα ιδανικά της Αντίστασης για μια καινούρ­για Ελλάδα, όλοι σχεδόν οι πνευματικοί μας άνθρωποι δημιούργη­σαν μια νέα λογοτεχνία, ένα νέο θεατρικό λόγο, μια νέα μουσική, ε­παναστατικά τραγούδια, νέες μορφές εικαστικών τεχνών. Δημιούρ­γησαν την αντιστασιακή Τέχνη που ξεσήκωνε το λαό κατά των κατα­κτητών και συγχρόνως απαθανάτιζε τους αγώνες και τις θυσίες του. Η ελληνική αντιστασιακή Τέχνη πήρε τέτοια έκταση και δύναμη, που δεν συναντιέται σε καμία άλλη κατεχόμενη χώρα. Όχι μόνον οι λογο­τέχνες, οι άνθρωποι του θεάτρου και των εικαστικών τεχνών, αλλά και απλοί άνθρωποι του λαού, ξαφνικά έγιναν δημιουργοί ενός νέου πολιτισμού (συγγραφείς, συνθέτες, ζωγράφοι). Ακόμη και στις πηγές του δημοτικού τραγουδιού, που είχαν στερέψει πριν από πολλά χρό­νια, ανάβλυσε και πάλι το γάργαρο νερό της λαϊκής ποίησης και μου­σικής.
Αν λάβουμε υπόψη ότι είχε προηγηθεί η πεντάχρονη μεταξική δι­κτατορία που είχε φιμώσει τους καλλιτέχνες, είχε απαγορεύσει κάθε δημοκρατική έκφραση και προσπαθούσε να επιβάλει τη φασιστική ι­δεολογία, η πολιτιστική έκρηξη, που άρχισε από τις πρώτες μέρες της Κατοχής και κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1944, υπήρξε ένα θαύμα που προοιωνιζόταν ένα λαμπρό μέλλον για το νεοελληνικό πολιτισμό.
Δυστυχώς όμως η ιμπεριαλιστική επέμβαση, που με ραδιουργίες και με τα όπλα νίκησε τις αντιστασιακές δυνάμεις, όχι μόνο διέκοψε την πνευματική ανάταση του λαού μας, αλλά με τον εμφύλιο πόλεμο που προκάλεσε, επιδίωξε και τη φυσική εξόντωση των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και γέμισε τη χώρα με τάφους και ερείπια.
Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και αγώνες για να υπάρξει μία ανά­πηρη δημοκρατική πολιτική ζωή (με το ΚΚΕ. εκτός νόμου, με δεκά­δες χιλιάδες πολιτικούς πρόσφυγες, δεκάδες χιλιάδες φυλακισμέ­νους και εξόριστους, με Μακρόνησο, Γιούρα και άλλα στρατόπεδα, με στρατοδικεία και εκτελέσεις), αλλά κι αυτή ανακόπηκε από την εφτάχρονη δικτατορία.
Ήταν επόμενο ύστερα από κατατρεγμούς τριάντα χρόνων (1945­1975), το θαύμα της αντιστασιακής πολιτιστικής έκρηξης να θρυμμα­τιστεί, να καταστρέφονται τα δημιουργήματά της, ν' αγνοούνται από τις νεότερες γενιές και η πνευματική ζωή της χώρας μας να φυτοζω­εί. Χωρίς τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Οδυσσέα Ε­λύτη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Χατζηδάκι, η Ελλάδα θα είχε ξεχαστεί από τον υπόλοιπο κόσμο.
Κατά τη διάρκεια της Χούντας ο λαός μας στράφηκε πάλι προς την αντιστασιακή τέχνη. Στην εξέγερση του Πολυτεχνείου ακούστη­καν στην Αθήνα, για πρώτη φορά ύστερα από είκοσι οχτώ χρόνια, τ' αντάρτικα τραγούδια και μετά την πτώση της δικτατορίας ο λαός α­ναζήτησε και πάλι τη ζωογόνο πνοή τους. Οι εκδόσεις της αντιστα­σιακής ποίησης και πεζογραφίας, τα βιβλία του Βασίλη Ρώτα και του Γιώργου Κοτζιούλα για το θέατρο του βουνού, οι συνεντεύξεις των Α. Τάσσου[1], Μέμου Μακρή και άλλων για τις αντιστασιακές εικαστικές τέχνες, το βιβλίο του Τάκη Αδάμου για το λαϊκό τραγούδι της Αντί­στασης, έδωσαν στους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης το οξυγόνο που τους είχε λείψει, και στις νεότερες γενιές πολύτιμες πληροφορί­ες για το πολιτιστικό θαύμα που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και που κανένας στρατιωτικός νόμος, κα­νένα εκτελεστικό απόσπασμα και καμία δικτατορία δεν κατόρθωσε να εξαφανίσει.
Τα βιβλία ωστόσο του Β. Ρώτα και του Γ Κοτζιούλα και τα λευ­κώματα που εκδόθηκαν κατά καιρούς, αναδεικνύουν (το καθένα) μία μόνο πλευρά της αντιστασιακής τέχνης. Δεν υπάρχει, μέχρι σή­μερα, συνολική εικόνα της. Μία προσπάθεια έγινε στον 60 τόμο της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης 1941-45 (εκδ. «Αυλός») και στο βι­βλίο μου «50 χρόνια μετά» (εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»), όπου αφιέρω­σα ένα κεφάλαιο με τίτλο «Η τέχνη στην Αντίσταση», στο οποίο γίνε­ται περιληπτική αναφορά σ' όλα τα είδη της αντιστασιακής τέχνης.
Περίμενα ότι κάποιος ειδικός θα έκανε τη συνολική καταγραφή της. Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια και αυτό δε γινόταν, αν και δεν είμαι ειδικός, αποφάσισα να αναπτύξω το κεφάλαιο αυτό σε ένα βιβλίο. Για πολλά θέματα παραθέτω μαρτυρίες των αντιστασιακών λογοτεχνών και καλλιτεχνών, γιατί πιστεύω ότι από τις πληροφορίες που θα μπορούσα να καταγράψω, προτιμότερος είναι ο αυθεντικός τους λόγος και ελπίζω ότι με τον τρόπο αυτό θα υπάρξει χρήσιμο υ­λικό, ώστε να γραφεί από τους ειδικούς η ολοκληρωμένη ιστορία της αντιστασιακής τέχνης, που αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα κεφά­λαια του πολιτισμού μας κατά τον 20ο  αιώνα».

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΔΕΡΑΤΟΥ
Οι εκδόσεις «Προσκήνιο – Άγγελος Σιδεράτος» ευχαριστούν τον φίλο – συγγραφέα Ευάγγελο Μαχαίρα, ο οποίος μας παραχώρησε το δικαίωμα της Β΄ έκδοσης του εξαιρετικού βιβλίου του «Η τέχνη της Αντίστασης».
Πρόκειται για ένα εθνικό και μοναδικό στον τομέα του ιστορικό ντοκουμέντο.
Δεν επιχειρήθηκε από κανέναν άλλο πλήρης καταγραφή και εκτίμηση του πολιτιστικού θαύματος που συντελέστηκε στη Χώρα μας κατά τη διάρκεια της τριπλής εχθρικής κατοχής. Υπάρχουν μονογραφίες (για το θέατρο στα βουνά, για την αντιστασιακή ποίηση, για την αντιστασιακή πεζογραφία, για τις εικαστικές τέχνες), που έγραψαν πρωταγωνιστές της πνευματικής μας Αντίστασης, αλλά η ολοκληρωμένη εικόνα που έδωσε ο Ευάγγελος Μαχαίρας είναι ένα έργο που προκαλεί την εθνική μας υπερηφάνεια, δεδομένου ότι σε καμιά άλλη κατεχόμενη Χώρα, δεν υπήρξε τέτοιο φαινόμενο.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ
Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΑΜΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
Χιλιάδες οι άδολοι, ιδεολόγοι και πατριώτες πνευματικοί άνθρωποι της Ελλάδος που εντάχθηκαν στις γραμμές τις ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης.
Το πιο εκλεκτό, το πιο ζωντανό, το πιο δυναμικό και ευαίσθητο κομμάτι των διανοούμενων της χώρας πήρε μέρος στην Εθνική και πατριωτική ανάταση.
Και τώρα το λόγο έχει ο καταξιωμένος Νομικός, συγγραφέας και αγωνιστής της Δημοκρατίας Ευάγγελος Μαχαίρας, αυτό το πρόσωπο που ξεχωρίζει για την υψίστης σημασίας προσφορά του στην εποποιία της Εθνικής μας Αντίστασης και τους Δημοκρατικούς Αγώνες, αλλά και για το αξεπέραστο και πολυσύνθετο πνευματικό του έργο, ο οποίος για το θέμα αυτό γράφει τα ακόλουθα:
«Κάθε εποχή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια δική της Τέχνη. Έτσι στις προόδους μιας ανάτασης, υπάρχει μια δημιουργική τέχνη, ενώ στις περιόδους κατάπτωσης υπάρχει η τέχνη της παρακμής.
Στην περίοδο της Εθνικής μας Αντίστασης ζήσαμε ένα θαύμα. Είχε προϋπάρξει το θαύμα του αλβανικού έπους, αλλά δεν είχε διάρκεια και η Τέχνη δεν πρόλαβε να το εκφράσει.
Η Εθνική Αντίσταση ήταν ένας συναγερμός ψυχών. Η ανάταση, ο ηρωισμός, η αυτοθυσία, τα ιδανικά των αγωνιστών, ήταν πολύτιμο υλικό και για τη Λογοτεχνία, το Θέατρο, για τη Μουσική, για τις Εικαστικές τέχνες. Τα κατορθώματα, τα ολοκαυτώματα, οι εξάρσεις και τα πάθη του λαού εμπνέουν τους καλλιτέχνες, ο αγώνας, η λευτεριά και η δικαιοσύνη, δίνουν φτερά στη φαντασία τους, ορμή στο στίχο τους, χρώματα στις συνθέσεις τους, μελωδίες στη μουσική τους.
Πέρα όμως από την ηρωική εποχή, στην ανάπτυξη της αντιστασιακής τέχνης έπαιξε σημαντικό ρόλο και ότι η Εθνική μας Αντίσταση είχε δημιουργήσει μια νέα εθνική συνείδηση. Η χρεοκοπία του παλιού πολιτικού κόσμου, η δικτατορία του Μεταξά, οι κατοχικές κυβερνήσεις των συνεργατών του εχθρού, δημιούργησαν στην ψυχή του Λαού μια σωτηρία αντίδραση, που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης: Μια νέα εθνική συνείδηση, με καινούργια εθνικά ιδανικά, με αίτημα την τριπλή απελευθέρωση, εθνική, πολιτική και κοινωνική.
Αυτό τον υπέροχο αντιστασιακό αγώνα του Λαού μας, με τις μεγάλες θυσίες και τα λαμπρά κατορθώματα, με τη νέα εθνική συνείδηση και τα νέα ιδανικά, εκφράζει η αντιστασιακή τέχνη, σε όλες τις μορφές της. Κι επειδή οι πηγές της έμπνευσης ήταν τόσο πλούσιες και τα υλικά που αντλούσε από τη λαϊκή ψυχή τόσο πολύτιμά, η αντιστασιακή τέχνη έσπασε έναν αιώνιο κανόνα, ότι πρέπει να υπάρχει μια χρονική απόσταση από τα γεγονότα για να μετουσιωθούν σε αληθινή, σε μεγάλη τέχνη.
Τόσο η Λογοτεχνία, όσο και οι άλλες αντιστασιακές τέχνες, έχουν ποιότητα και δύναμη, φτάσανε σε ύψος ανάλογο με τα γεγονότα που εμπνεύσανε τους καλλιτέχνες μας και αποτελούσαν την αρχή μιας πνευματικής άνθησης της χώρας μας, μιας μεγάλης δημιουργικής εποχής, αν δεν είχαμε τις δυσάρεστες μεταπελευθερωτικές εξελίξεις.
Για δέκα σχεδόν χρόνια η τέχνη βουβάθηκε, ένα πνευματικό σκοτάδι σκέπασε τη χώρα μας, μια οπισθοδρόμηση επικίνδυνη, που μας έφερε στον πολιτισμό του βούρδουλα και της Μακρονήσου. Κι ύστερα από τη φοβερή εκείνη περίοδο, εμφανίστηκε η τέχνη της ήττας, όπως λέγεται, μια τέχνη γεμάτη πίκρα, εσωστρέφεια και μοναξιά.
Αλλ’ ας έρθουμε και πάλι στην ωραία, τη χυμώδη, την αισιόδοξη και την πολύχρωμη τέχνη της Αντίστασης».

Ι. Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
«Οι περισσότεροι λογοτέχνες μας είχαν φλογιστεί από τα ιδανικά της κι έγραψαν ποίηματα ή πεζά. Ο Σικελιανός, ο Σεφέρης, ο Βαρνάλης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Αυγέρης, ο Γεράνης, ο Γιοφύλλης, ο Άγγελος Δόξας, η Λίλη Ιακωβίδη, ο Νίκος Καρβούνης, ο Λέων Κουκούλας, ο Γιάννης Κουτσοχέρας, ο Μενέλαος Λουντέμης, η Μελισσάνθη, η Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη, ο Μηνάς Δημάκης, η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, ο Κώστας Θρακιώτης, η Μυρτιώτισσα, η Έλλη παπαδημητρίου, ο Θεοδόσης Πιερίδης, η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, ο Κώστας Μαρίνης, ο Όμηρος Μπεκές, ο Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης, ο Καστοριανός Αργύρης Παπαδίσκος, ο Ασημάκης Πανσέληνος, ο Νίκος Παππάς, η Ρίτα Μπούμη-Παππά, ο Βασίλης Ρώτας, ο Ηλίας Δημόπουλος, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Σωτήρης Σκίπης, όλοι αυτοί από τους παλιούς, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Πέτρος Ανταίος, ο Στέργιος Βαλιούλης, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, ο Ιάσων Δεπούντης, η Βικτώρια Θεοδώρου, ο Γρηγόρης Θεοχάρης, ο Γιώργος Κατσίμπας, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Κώστας Κουλουφάκος, ο Χρίστος Μανέττας, ο Γιώργος Μαρούδης, ο Αντώνης Παρτάλης, ο Πάνος Παναγιωτούνης, ο Τίτος Πατρίκιος,  η Ελένη Σαραντάκου, ο Απόστολος Σπήλιος, ο Κώστας Ταμβάκης, ο Στέφανος Τηλικίδης, η Κατερίνα Χαριάτη, ο Πάνος Χρόνόπουλος και άλλοι νεότεροι, έγραψαν ωραία ποιήματα και δημιούργησαν μια λαμπρή Ανθολογία Αντιστασιακής Ποίησης. Μερικά μάλιστα ποιήματα, όπως «η Αντίσταση» του Σικελιανού, το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, «Οι γειτονιές του κόσμου» του Ρίτσου, το «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή» του Βρεττάκου, είναι αριστουργήματα, ενώ το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα» του Ν. Καρβούνη και το «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα» της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη είναι θαυμάσια εμβατήρια.
 Πιο δύσκολο είναι ακόμα να μελετήσει κανείς τα διηγήματα της Αντίστασης. Αλλά και στον τομέα αυτόν, η προσφορά των λογοτεχνών μας είναι μεγάλη. Παραθέτω τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους του πιο αντιπροσωπευτικού διηγήματος του καθενός, για να δώσω μια ιδέα της θεματογραφίας.

Τάκης Αδάμος: Τα Τηλεγραφόξυλα
Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: Νύχτα των Θεοφανείων
Έλλη Αλεξίου: Mια μέρα θα γυρίσει
Μέλπω Αξιώτη:  η μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας
Στέργιος Βαλιούλης: Ο βάτραχος με τις καφετιές βούλες
Κώστας Βάρναλης: Το κελάηδημα της Τσίχλας
Ηλίας Βενέζης: Αντιγόνη
Ελένη Βοϊσχου: Δεσποινούλα
Δημοσθένης Βουτυράς: Εικόνες της κατοχής
Ειρήνη Γαλανού: Tα χέρια του
Δημήτρης Γιάκoς: Μια άνοιξη δίχως πατέρα
Σπύρος Γιαννάτος: Την εποχή της προσδοκίας
Τατιάνα Γκρίτση: Και ιδού ίππος χλωρός
Γεράσιμος Γρηγόρης: Το τρελό παιδί
Μαρία Δαβαρούκα: Οι Ευρωπαίοι
Αγγέλος Δόξας: Η φυγή
Γιώργος Θεοτοκάς:  Ο Κυριακός στο Μαρίνο
Γαλάτεια Καζαντζάκη: 1941 - 1944
Θέμος Κορνάρος: Καπετάν Στέφας
Χρήστος Λεβάντας: Κείνη τη νύχτα
Μενέλαος Λουντέμης: Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι
Γιάννης Μαγγλής: Όταν ο άνθρωπος πολεμά για τη λευτεριά
Πέτρος Μαρκάκης: Κι όμως νίκησα το Χάρο
Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη: Αόρατη πομπή
Μαρίνα Μηλολιδάκη-Κότσιρα: Ήταν μεγάλος στο θάνατο
Δώρα μοάτσου-Βάρναλη: Ο Θανασάκης
Βασίλης Μοσκόβης: Ο Στέφανος
Γιάννης Μπενέκος: Ο γερό-Τρίτσης
Πίνδαρος Μπρεδήμας: Θερισμένα αγόρια
Λιλίκα Νάκου: Σύντροφοι
Γιάννης Παναγιωτόπουλος: Το λουλούδι της φρίκης
Ασημάκης Πανσέληνος: Μέρες από τη ζωή μας
Αδαμάντιος Παπαδήμας: Ώρες σκλαβιάς
Ναπολέων Παπαγεωργίου: Ο Βουνήσιος
Έλλη Παπαδημητρίου: Εκείνα τα μεγάλα σπίτια
Νίκος Παπαπερικλής: Ένας στρατιώτης
Σωτήρης Πατατζής: Περιμένοντας ένα καράβι
Ιουλία Περσάκη: Το παιδί κοίταζε τον ουρανό
Κοσμάς Πολίτης: Το ρέμα
Δήμος Ρεντής: Το μπλόκο
Βασίλης Ρώτας: Το γράμμα του πνιγμένου
Πάνος Σαμαράς: Νύχτα
Μαρίνος Σιγούρος: Το πανηγύρι του θανάτου
Ζήσης Σκάρος: Ο λύκος δεν διαλέγει (και οι κλούβες)
Απόστολος Σπήλιος: Στου δρόμου τη στροφή
Τατιάνα Σταύρου: Γλέντι σκλάβων
Διδώ Σωτηρίου: Η μάνα του αγωνιστή
Άγγελος Τερζάκης: Μια παρτίδα σκάκι
Άλκης Τρόπαιακης: Το σημαδάκι
Πιπίνα Τσιμικάλη: Στ’ αλώνι
Στρατής Τσίρκας: Ο εκφωνητής κι ο διερμηνέας
Πέτρος Χάρης: Φώτα στο πέλαγος
Δημήτρης Χατζής: Το τραγούδι της Αθήνας
Δημήτρης Ψαθάς: Λευκό όραμα
Από τους πενήντα έξι αυτούς συγγραφείς, ο Δημοσθένης Βουτυράς, ο Σπύρος Γιαννάτος, η Λιλίκα Νάκου, η Ιουλία Περσάκη και ο Δημήτρης Ψαθάς, αφιερώνουν δυνατές σελίδες του έργου τους στην πείνα και τις άλλες φοβερές ελλείψεις και ταλαιπωρίες του Ελληνικού Λαού κατά τη διάρκεια της κατοχής, αλλά προπάντων στην πείνα που θέρισε 300 χιλιάδες ανθρώπους στην Αθήνα και τον Πειραιά.
Ο Πέτρος Μαρκάκης, ο Ναπολέων Παπαγεωργίου, ο Νίκος Παπαπερικλής, ο Θέμος Κορνάρος και άλλοι, δίνουν στα κείμενά τους συγκλονιστικές εικόνες ηρωισμού των πατριωτών.
Οι Τάκης Αδάμος και Στέργιος Βαλιούλης δίνουν σκοτεινές πλευρές από τη δράση των προδοτών και των συνεργατών του εχθρού.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γρηγόρης Θεοχάρης, ο Κώστας Κουλουφάκος, η Κλεαρέτη Μαλάμου, ο Γιάννης Μπενέκος και άλλοι, σκύβουν ευλαβικά μπροστά στην αυταπάρνηση, με την οποία ανέβηκαν ως την υπέρτατη θυσία οι ήρωές τους, φίλοι και γνωστοί τους, με γνωστά ονόματα.
Οι Φώτιος Γιοφύλλης, Άγγελος Δόξας, Ασημάκης Πανσέληνος, Ζήσης Σκάρος, Χάγερ-Μπουφίδης και άλλοι, δίνουν ανατριχιαστικές σκηνές των κρατητηρίων και βασανιστηρίων, με τον επικρεμάμενο θάνατο, όπως τον γνώρισαν από κοντά οι ίδιοι.
Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Άγγελος Τερζάκης και άλλοι, δίνουν αηδιαστικές εικόνες των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνίας, που παρακολουθούν το ελληνικό δράμα παίζοντας σκάκι ή χαρτιά, πολλές φορές μαζί με τους καταχτητές, ενώ τα λαϊκά στρώματα το τροφοδοτούν με ανθρώπινο αίμα.
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος δίνει εικόνες από τις διαδηλώσεις και την ένοπλη εξέγερση του Λαού. Ο Κοσμάς Πολίτης μας μπάζει στους ποταπούς κύκλους του μαυραγοριτισμού. Ο Δήμος Ρέντης περιγράφει μια σκηνή μπλόκου με τους απαίσιους μασκοφόρους.
Ο Μαρίνος Σίγουρος μας δίνει μια τραγική αναπαράσταση από τη σφαγή του Διστόμου».

ΙΙ. ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
«Όπως ήταν επόμενο και το θέατρο πήρε μέρος στον αγώνα. Παρ’ όλη την πείνα, τους περιορισμούς της κυκλοφορίας, τα μπλόκα, τους κινδύνους, οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων (Αθήνας - Θεσσαλονίκης), κατάκλυζαν στην κατοχή τα θέατρα. Και προπάντων εκείνα τα θέατρα, που ανέβαζαν έργα με κάποιο μήνυμα για Λευτεριά και Δημοκρατία. Στις επιθεωρήσεις, οι συγγραφείς έκαναν μερικούς υπαινιγμούς για βουνό, για θυμάρι και οι θεατές ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Στα παρασκήνια κυκλοφορούσαν προκηρύξεις και γίνονταν έρανοι για τον αγώνα.
Στις αρχές του 1942 ιδρύθηκε από τον Βασίλη Ρώτα, τον Μέμο Μακρή και τον Μάνο Ζαχαρία το «Θεατρικό Σπουδαστήρι». Δίδασκαν όμως στους σπουδαστές του και ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Θανάσης Απάρτης, ο Αντώνης Φωκάς, ο Σίμωνας Καρράς, η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη και άλλοι. Εκτός από τα θεατρικά μαθήματα, δίδασκαν και τα θεατρικά έργα, κυρίως μονόπρακτα, που περιείχαν μηνύματα απελευθερωτικά. Οργανώθηκαν επίσης διαλέξεις για το δημοτικό τραγούδι σε κεντρικά θέατρα και στις συνοικίες, που με την αναφορά στα κλέφτικα και άλλα ηρωικά δημοτικά τραγούδια, αναφτέρωναν το ηθικό του λαού.
Για τους λόγους αυτούς οι μέρες του «Θεατρικού Εργαστηρίου» γινόντουσαν δύσκολες στην Αθήνα. Αφού τον έδιωξαν από την πρώτη που στέγη (του Συλλόγου Βυζαντινής Μουσικής, στην οδό Λέκα) πήγε στη «Στέγη του Εργαζόμενου Κοριτσιού» στην οδό Σόλωνος αλλά τον έδιωξαν κι αν από κει και άλλη λύση δεν έμενε παρά ο δρόμος προς την Ελεύθερη Ελλάδα.
Στην ελεύθερη Ελλάδα δημιουργήθηκε ένας θίασος που έπαιζε στα χωριά το «Ρήγα τον Βελενστινλή» και το «Να ζει το Μεσολόγγι», το «Πιάνο» και τον «Ήρωα» του Βασίλη Ρώτα, διάφορες κωμωδίες του Γεράσιμου Σταύρου, όπως ο «Γερμανοτσολιάς» κ.α. και επιθεωρήσεις, όπως το «Χθές, σήμερα, αύριο» και κουκλοθέατρο με τρία έργα, τον «Καπετάν Γαρίδα», την «Τσαρουχοναυμαχία» και τον «Αϊτό και τα αϊτόπουλα».
Ο θίασος αυτός περιόδεψε ολόκληρη τη Θεσσαλία και κατά την απελευθέρωση βρέθηκε στο Πήλιο και μπήκε στο Βόλο. Ο λαός της υπαίθρου, το υποδεχόταν με πολλή χαρά, οι θεατές πλήρωναν τα εισιτήρια σε αβγά, τυρί και άλλα τρόφιμα και οι παραστάσεις γίνονταν σε μια θαυμάσια ατμόσφαιρα. Μια πρωτόγνωρη μαγεία ήταν για τους χωρικούς το θέατρο. Και το αγαπούσαν και το χαίρονταν κι έμαθαν απ’ αυτό πολλά.
Άλλος ένας θίασος είχε συγκροτηθεί στην Ήπειρο από το λογοτέχνη Γιώργο Κοτζιούλα. Ο Κοτζιούλας έγραψε πολλά έργα, μέσα σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα
Όλα τα έργα αυτά, εκτός από το παραμυθόδραμα είναι βγαλμένα από την πραγματικότητα της εποχής εκείνης. Όλα τα πρόσωπα είναι υπαρκτά κι έτσι τα έργα αυτά που ευτυχώς διασώθηκαν, αποτελούν και ντοκουμέντα.
Από τεχνική άποψη έχουν μια σκηνική οικονομία. Για τις παραστάσεις δεν γινόταν μεγάλη προετοιμασία και τα μέσα ήταν ανύπαρκτα. Όλοι οι ηθοποιοί ήταν ερασιτέχνες. (Ενώ ο θίασος του Ρώτα βασιζόταν σε τρεις επαγγελματίες ηθοποιούς τον Γιώργο Δήμου και δύο σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου). Αλλά και η «Λαϊκή Σκηνή» έδωσε στην Ήπειρο μια γεύση θεάτρου. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι σώθηκαν όλα τα έργα του Κοτζιούλα και αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία για την εποχή και τις συνθήκες του αγώνα.
Φυσικά και οι δύο θίασοι έδιναν παραστάσεις και σε μονάδες ανταρτών ή σε συνδιασκέψεις και συνέδρια. Αλλά και εκεί που δεν υπήρχαν θίασοι, υπήρχε ανάγκη ψυχαγωγίας του λαού και των ανταρτών. Κι έτσι η ΕΠΟΝ, κατά κύριο λόγο των χωριών ή των συνταγμάτων, οργάνωνε κάπου-κάπου βραδιές ψυχαγωγίας. Με ευκαιρία τις εθνικές γιορτές (25 Μαρτίου, 28 Οκτωβρίου), τις απόκριες, το Πάσχα ή τοπικά πανηγύρια, οργάνωνε γιορτές με απαγγελίες, χορούς, τραγούδια, ακόμη και με επιθεωρησιακά νούμερα (όπου υπήρχαν σχετικά ταλέντα).
Για πρώτη φορά τα άκουσαν στα χωριά ποιήματα του Παλαμά, του Σικελιανού, του Βάρναλη και είδαν τη πάνω-κάτω είναι το θέατρο, η ποίηση, η λογοτεχνία, ακόμα και η ζωγραφική. Γιατί σε όλες αυτές τις γιορτές γινόταν και κάποια διακόσμηση, με αφίσες ή ζωγραφιές, και ήταν τυχερές οι περιοχές εκείνες που φιλοξενούσαν εικαστικούς καλλιτέχνες».

ΙΙΙ. ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
«Μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, η «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών», μεταφέρθηκε σε αίθουσες του Αρχαιολογικού Μουσείου. Εκεί οργανώθηκε κι ένα συσσίτιο, με χυλό, πληγούρι και όσπρια, για τους ανθρώπους τον γραμμάτων, που πεινούσαν περισσότερο από τους άλλους. Ούτε εισοδήματα είχαν, ούτε την ικανότητα να βρουν τρόφιμα. Από εκεί πέρασαν όλοι σκελετωμένοι με πρησμένα πόδια, από την πείνα και την ασιτία, ο Καζαντζάκης, ο Σικελιανός, ο Βασιλείου, ο Γουναρόπουλος, ο Αστεριάδης και άλλοι. Εκεί μέσα ιδρύθηκε και το ΕΑΜ Καλλιτεχνών, στο οποίο πήραν μέρος η σχεδόν όλοι οι εικαστικοί καλλιτέχνες, όπως ο Φ. Ζαχαρίου, η Βάσω Κατράκη, ο Μέμος Μακρής, ο Α. Τάσος, η Λουκία Μαγγιώρου, ο Ορέστης Κανέλλης, ο Α. Θεοδωρόπουλος, ο Α. Παχής, η Σ. Πολυχρονιάδου, ο Αστεριάδης, ο Σεμερτζίδης, ο Γιολδάσης, ο Μεγαλίδης, ο Σικελιώτης, ο Δήμου, ο Σπύρος Βασιλείου κ.α.
Ο Σεμερτζίδης, ο Γιολδάσης, ο Δήμου, ο Μεγαλίδης, ο Κατσικογιάννης, ο Δ. Οικονομίδης, ο Ηλ. Φέρτης, ο Κ. Θετταλός και ο Κουτσουρής βγήκαν στο βουνό. Οι άλλοι έμειναν στην Αθήνα και τροφοδοτούσαν τις αντιστασιακές οργανώσεις με σχέδια για αφίσες και άλλα υλικά που χρειάζονταν για την προπαγάνδα. Κυρίως έφτιαχναν σχέδια χαρακτικά, όχι μόνο για αφίσες, αλλά και για περιοδικά, εφημερίδες, λευκώματα.
Βέβαια κάνοντας αυτά, έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα γράμματα. Έτσι πιάστηκε ο γλύπτης Μέμος Μακρής, αλλά γλίτωσε. Το ίδιο και η Βάσω Κατράκη και η Λουκία Μαγγιώρου.
Από τις πιο γνωστές αφίσες, με τις οποίες είχε γεμίσει η Αθήνα, ήταν:
-           η αφίσα κατά της Πολιτικής Επιστράτευσης
-           η αφίσα με το σύνθημα «όλοι επί ποδός πολέμου»
-           στις παραμονές της κατάρρευσης των Γερμανών και η αφίσα που κυκλοφόρησε έδειχνε το σοβιετικό στρατηγό πόλη Τολπούκιν να κατεβαίνει προς τα Βαλκάνια και έναν ποντικό που αφορούσε γερμανικό κράνος πιασμένο στη φάκα.
          Καταλαβαίνετε τι επίδραση είχαν τις ημέρες εκείνες και στο λαό, αλλά και στους Γερμανούς.
          Κατά τη διάρκεια της κατοχής έγινε και μια πανελλήνια ζωγραφική έκθεση στην Αθήνα. Πολλοί ζωγράφοι εκθέσανε έργα τους με θέμα την πείνα. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθούν ο Κεφαλληνός, ο Κανάς,  ο Κορογιαννάκης και ο Τάσος και να καούν τα έργα τους.
Οι άλλοι που πήγαν στο βουνό, στην Ελεύθερη Ελλάδα, έκαναν ωραία έργα. Ο Σεμερτζίδης έκανε έργα πολυπρόσωπα, μάχες, διαδηλώσεις, τη μάχη της σοδειάς, δηλαδή το θερισμό στη Θεσσαλία και λαϊκές συνελεύσεις. Ο Μεγαλίδης έκανε πορτραίτα αγωνιστών. Ο Κατσικογιάννης πορτραίτα, αλλά και σκηνές από τον αγώνα. Το ίδιο και οι Γιολδάσης και Δήμου.
Στους καλλιτέχνες αυτούς πρέπει να κατατάξουμε και το φωτογράφο Σπύρο Μελετζή, που έκανε ένα πολύτιμο λεύκωμα με φωτογραφίες αγωνιστών, αντάρτικων τμημάτων και λαϊκών συνελεύσεων».

ΙV. ΜΟΥΣΙΚΗ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«Η μουσική δεν έπαιξε αυτοτελή ρόλο στην Αντίσταση, παρά μόνο σαν επένδυση των τραγουδιών, είτε των αντάρτικων είτε εκείνων που φτιάχνονταν για τις θεατρικές παραστάσεις και τις εύθυμες βραδιές. Από τους μουσικούς που πήραν μέρος στην Αντίσταση, όσοι έμειναν στις πόλεις αγωνίστηκαν μαζί με τους ηθοποιούς, μαζί με το λαό και όχι με συνθέσεις. Μερικοί που βγήκαν στο βουνό είχαν και αυτή η δυνατότητα (Ωστόσο υπάρχει μια πληροφορία ότι ο Ν. Σκαλκώτας είχε κάνει συνθέσεις κρατούμενος στο Χαϊδάρι). Ο συνθέτης Αλ. Ξένος, εκτός από τη μελοποίηση τριών αντάρτικων τραγουδιών (του ύμνου της ΠΕΕΑ, της ΕΠΟΝ και των «Ααετόπουλων») συνεργαζόταν με το θίασο του Ρώτα.
Ο συνθέτης Αστραπόγιαννος (Άκης Σμυρναίος) έγραψε πολύ ωραία μουσική για το ποίημα του Νίκου Καρβούνη «Βροντάει ο Όλυμπος», που έγινε το πρώτο εμβατήριο που αγώνα.
Ο συνθέτης Νίκος Τσάκωνας έγραψε τη μουσική του ύμνου του ΕΛΑΣ σε στίχους της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη. Ο μικρός γιος του Ρώτα, ο Νικηφόρος, έπαιζε τότε φλογέρα και το ρόλο του «Εξηγητή» στις παραστάσεις του θιάσου του πατέρα του. Αργότερα έγινε συνθέτης.
Ο επονίτης τότε ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε τη μουσική στον ύμνο του ΕΛΑΝ.
Εκτός όμως από την έντεχνη μουσική υπάρχει και η μεγάλη αντιστασιακή δημιουργία του λαϊκού τραγουδιού. Και τα έντεχνα και τα λαϊκά εμψύχωναν τους πολεμιστές και το λαό. Οι αντάρτες έτρεχαν τραγουδώντας στις μάχες. Οι άοπλοι διαδήλωναν τραγουδώντας στους δρόμους της Αθήνας. Ο λαός των ελεύθερων περιοχών τραγουδούσε τις επιτυχίες και θρηνούσε για τις συμφορές και τα ολοκαυτώματα.
Αλλά τι είδους τραγούδια είναι τα τραγούδια της Αντίστασης; Είναι πρώτα-πρώτα συνέχεια των πατριωτικών τραγουδιών των Ελλήνων, από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα. Συνέχεια του «Ίτε Παίδες Ελλήνων ελευθερούτε πάτραν» του Τυρταίου, του «Τι τιμή στο παλικάρι, όταν πρώτο στη φωτιά σκοτωθεί για την Πατρίδα με τη σπάθα στη δεξιά». Συνέχεια του «Είναι καμάρι και τιμή να διαφεντεύει ο άντρας τον τόπο του και τα παι­διά του, γονιούς και την καλή του» (του Καλλίνου). Συνέχεια του θούριου του Ρήγα «Ως πότε παλικάρια να ζώμεν στα στενά». Συνέχεια των κλέφτι­κων και των νεότερων εθνικών μας τραγουδιών.
Πραγματικά οι πρώτοι αντάρτες εμφανίστηκαν στα χωριά τραγουδώ­ντας το «Μαύρη είν' η νύχτα στα βουνά, στους βράχους πέφτει χιόνι, στα ά­γρια, στα σκοτεινά, ο κλέφτης ξεσπαθώνει». Με μια διασκευή του πάνω στη νέα πραγματικότητα: «Αντάρτες βγήκαν στα βουνά, για να μη ζούνε σκλά­βοι, και κάθε μέρα που περνά, το κίνημα ανάβει. Αντάρτης ξεσπαθώνει, ­φασίστες και προδότες θανατώνει». Επίσης τραγουδούσαν το «Παιδιά σαν θέ­λετε λεβεντιά και κλέφτες να γενείτε», με μικρές παραλλαγές «Παιδιά σαν θέλετε λευτεριά, αντάρτες να γενείτε». Τραγουδούσαν ακόμη το «Έως πότε η ξένη ακρίδα», το γνωστό τραγούδι κατά της Βαυαροκρατίας των χρόνων του Όθωνα, αλλάζοντας τη λέξη Βαυαρός με τη λέξη Γερμανός:
«Έως πότε η ξένη ακρίδα, έως πότε σκληρός Γερμανός θα δουλεύει τη δόλια Πατρίδα, σηκωθείτε αδέρφια καιρός».
Ήταν όμως φανερό πως με αυτές τις αναδρομές, δεν ήταν δυνατό να εκφραστεί το νόημα του καινούργιου αγώνα. Ο αγώνας αυτός ήταν πατριωτικός, αλλά και αντιφασιστικός. Είχε σκοπό και τέρμα του την τριπλή απελευθέρωση: εθνική, πολιτική και κοινωνική. Αυτός ήταν ο λόγος που στ' αντάρτικο διαδόθηκαν γρήγορα τ' αντιφασιστικά τραγούδια άλλων λα­ών, και προπάντων τα ρώσικα. Σ' αυτό έπαιξαν μεγάλο ρόλο οι νίκες του Κόκκινου Στρατού που έφερναν πιο κοντά την ελπίδα για το τέλος του πο­λέμου και τη λευτεριά.
Αυτά τα τραγούδια τραγουδήθηκαν, είτε όπως ήταν ήδη γνωστά στους έλληνες αντιφασίστες πριν απ' τον πόλεμο είτε με νέους στίχους προσαρ­μοσμένους στη νέα πραγματικότητα. Όπως το «Εμπρός στον αγώνα, αδέρ­φια, ενωμένοι» που έγινε πάνω στο γνωστό: «Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους», με στίχους του ανταρτοεπονίτη Λευτέρη (Δημήτρη Ριζο­μάρκου). Το «Σαν  ατσάλινος πύργος και αλύγιστος ορμάει στα πεδία τίμιων μαχών». Το «Είμαι του ΕΛΑΣ αντάρτης μες στα χιόνια ξενυχτώ για τη λευτεριά μας και το θάνατ' αψηφώ» και άλλα.
Αλλά και η χρησιμοποίηση ή απομίμηση ξένων τραγουδιών δεν ικανοποιούσε την ανάγκη να τραγουδήσει ο ελληνικός λαός με δικά του λόγια και δική του μουσική τους .νέους αγώνες του. Άλλωστε η μεγάλη συμμετοχή διανοουμένων, λογοτεχνών και καλλιτεχνών στην Εθνική Αντίσταση, έδινε τεράστιες δυνατότητες για μια νέα έκφραση, για νέα τραγούδια.
Πρώτος ο μεγάλος αγωνιστής και δημοσιογράφος Νίκος Καρβούνης έγραψε το αθάνατο αντάρτικο τραγούδι: «Στ' άρματα, στ' άρματα».
Με το πρώτο τετράστιχο, ξεσηκωνόταν όλη η Ελλάδα: «Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα, μουγκρίζουν τ' Άγραφα, σειέται η Στεριά. Στ' άρματα, στ' άρματα εμπρός στον αγώνα για τη χιλιά­κριβη τη λευτεριά».
Ακολούθησε ο αειθαλής. τραγουδιστής, αγωνιστής και οδηγός του λα­ού, ο Βασίλης Ρώτας, με το τραγούδι του ΕΑΜ «Λευτεριά Πανώρια κόρη κατεβαίνει από τα όρη, ΕΑΜ-ΕΑΜ φωνή λαού, που φτάνει ως τ' άστρα τ' ουρανού». Έπειτα η διαλεχτή μας ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη με τον υπέροχο ύμνο του ΕΛΑΣ (το «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα»), που τον μελοποίησε με ισάξια μουσική ο συνθέτης Τσάκωνας.
Την ίδια εποχή, ο αγωνιστής λογοτέχνης Πέτρος Ανταίος έγραψε το «Ω Ελλάδα μας γλυκιά»  και ο Ευάγγελος Μαχαίρας τρία τραγούδια, το «Η μάνα του αντάρτη», το «Ψηλά τη σημαία» και «Το νέο αρματολίκι». Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος (Ωρίωνας) έγραψε το τραγούδι της «Νεολαίας» και το «λάβαρο». Η γυναίκα του συνταγματάρχη Παπασταματιάδη, μεράρχου του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου, έγραψε έναν άλλον ύμνο του ΕΛΑΣ («Προχωρείς σε σωρούς ερειπίων»).
Από άλλους αγωνιστές γράφτηκαν τραγούδια της ΕΠΟΝ, της Εθνικής Αλληλεγγύης και άλλων οργανώσεων.
π.χ. ο Γερ. Γρηγόρης (Σταύρου) έγραψε τον ύμνο της ΠΕΕΑ. Ο ίδιος το τραγούδι των Αετόπουλων. Ο Απ. Σπήλιος τον ύμνο της Εθνικής Αλλη­λεγγύης. Ο Δήμος Ρεντής το «Σαν Ατσάλινος τείχος και σαν θύελλα ορμάει στον αγώνα» κλπ.
Όπως ήταν επόμενο, η βρυσομάνα της λαϊκής ποίησης, που είχε στερέ­ψει πολλά χρόνια πριν από τον πόλεμο, άρχισε πάλι να δίνει νέα τραγού­δια στους αγωνιστές, σαν δροσερό και γάργαρο νερό. Τα τραγούδια αυτά, είχαν δύο μορφές. Η μια ήταν η παραδοσιακή των δημοτικών και κλέφτι­κων τραγουδιών. Πάνω σε παλιά δημοτικά ή κλέφτικα τραγούδια, έγιναν από γνωστούς ή άγνωστους λαϊκούς ποιητές ωραιότατα τραγούδια της Αντίστασης. Άλλα με αλλαγές ονομάτων, τόπων και γεγονότων. Και άλλα με εντελώς νέους στίχους, διατηρώντας μόνο τη μουσική από τα παλιά δη­μοτικά.
Τα τραγούδια αυτά αναφέρονται είτε σε ορισμένους καπετάνιους (όπως τον Μπουκουβάλα, αρχηγό του αντάρτικου ιππικού, τον Αρέθα, τον Νικηφόρο, τον Λεβεντάκη, τον Κονταλώνη, τον Μανωλάκο, τον Καστοριανό Γιάννη Αϊβάζη και άλλους), είτε σε   ορισμένα γεγονότα, δηλαδή μάχες, επιδρομές των στρατευμάτων του καταχτητή, εμπρησμούς χωριών, εκτελέσεις αγωνιστών και άλλα σοβαρά γεγονότα χαρμόσυνα ή θλιβερά.
Το ωραιότερο τραγούδι αυτής της μορφής είναι γραμμένο από έναν α­γωνιστή του Πάρνωνα (της Πελοποννήσου), τον καπετάν Γιώργη Κουβούση ή  Μπαλή, Είναι το περίφημο «της Καστάνιτσας οι ξανθιές τ' Αϊβασιλιού οι ρούσες».
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν πολλά τοπικά τραγούδια γραμμένα και σε γλωσσικά ιδιώματα, όπως τα ποντιακά, τα κρητικά και τα ηπειρώτικα.
Το πιο αντιπροσωπευτικό της άλλης κατηγορίας, των λαϊκών τραγου­διών, που δεν ακολούθησαν την παράδοση, είναι το τραγούδι του Άρη Βε­λουχιώτη («Αναστενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτεινιάζει, το δόλιο το μι­κρό χωριό και πάλι ανταριάζει»).
Ποια είναι η αξία των αντάρτικων τραγουδιών; Ανεκτίμητη!
Είναι πολύτιμη εθνική κληρονομιά, όπως τ' ακριτικά, τα δημοτικά και τα κλέφτικα τραγούδια. Είναι η πιο ζωντανή έκφραση του μεγάλου Εθνικο­απελευθερωτικού μας Αγώνα. Και ακριβώς επειδή ο αγώνας αυτός δεν δι­καιώθηκε, τα τραγούδια του είναι πιο ακριβά, ποτέ δεν θα ξεχαστούν, ποτέ δεν θα βγουν από την καρδιά του ελληνικού λαού. Απόδειξη ότι ύστερα από 30 χρόνων απαγόρευση και καταδίωξη, όχι μόνον δεν ξεχάστηκαν, αλλά τραγουδήθηκαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και μετά την πτώση ­της Χούντας σε όλη τη χώρα. Τα τραγούδια αυτά συγκινούν όχι μόνο αυτούς που τα 'ζησαν, αλλά κι αυτούς που τ' ακούν για πρώτη φορά. Τα νέα παιδιά, που τότε δεν είχαν καν γεννηθεί.
Δεν είναι ποιητικά αριστουργήματα, όπως δεν ήταν και ο Θούριος του Ρήγα. Δεν είναι ούτε μουσικά αριστουργήματα. Όπως δεν είναι η Μασσαλιώτιδα, ούτε η Βαρσοβιάνκα. Αλλά μιλούν στην καρδιά του λαού. Γιατί μιλούν για λευτεριά, ειρήνη, δικαιοσύνη. Για έναν καινούργιο κόσμο, για μια νέα, πιο καλύτερη ζωή. Από κει πηγάζει η μεγάλη τους δύναμη.
Το αντιστασιακό τραγούδι ήταν κυρίως υπόθεση του λαού, κι αυτό α­ποδεικνύεται από μια πρόχειρη στατιστική που έχω κάνει, με βάση τις γνω­στές συλλογές αντιστασιακών τραγουδιών.
Από τα 200 περίπου αντιστασιακά τραγούδια που καταγράφονται σ' αυτές, τα 120 είναι δημοτικοφανή, 15 λαϊκά, 60 έγιναν πάνω σε στίχους α­νώνυμων στιχουργών και 15 μόνον σε στίχους επώνυμων δημιουργών.
Το ίδιο έγινε με τη μουσική των τραγουδιών αυτών. Τα 130 έγιναν πά­νω σε γνωστά δημοτικά μοτίβα, 15 πάνω σε γνωστά ελαφρολαϊκά τραγού­δια της εποχής εκείνης, 25 πάνω σε παλιά εμβατήρια, 10 πάνω σε ξένα επα­ναστατικά τραγούδια και 25 είναι νέα εμβατήρια, από τα οποία μόνον 4-5 έγιναν από συνθέτες ή έστω από μουσικούς. (Ο «Όλυμπος» από τον Αστραπόγιαννο, ο ύμνος του ΕΛΑΣ από τον Τσάκωνα, ο ύμνος της ΕΠΟΝ από τον Φ. Ανωγειανάκη, ο ύμνος της ΠΕΕΑ και το τραγούδι των Αετόπουλων από τον Ξένο και ο ύμνος του ΕΛΑΝ από τον νεαρό τότε επονίτη Μίκη Θεοδωράκη). Όλα τ' άλλα έχουν αυτοσχέδια μουσική των στιχουρ­γών τους ή άλλων που βοήθησαν στο κεφάλαιο αυτό τους στιχουργούς.
Λέγοντας ότι τα περισσότερα αντιστασιακά τραγούδια είναι δημοτικο­φανή και βασίζονται σε δημοτικά μουσικά μοτίβα, εννοώ ότι απλοί άνθρω­ποι του λαού έκαναν τραγούδια ή μοιρολόγια πάνω σε παλιούς δημοτικούς σκοπούς. Πολλοί απ' αυτούς είναι γνωστοί. Όπως ο Γιώργης Μπαλής από τον Άγιο Βασίλη της Κυνουρίας, που έγραψε ωραιότατα δημoτικoφανή τραγούδια (με κορυφαίο «της Καστανίτσας οι ξανθές»). Για τη σφαγή των Καλαβρύτων έφτιαξαν δημοτικοφανή τραγούδια τρεις Καλαβρυτινοί που γλίτω­σαν, ο Γιάννης Τζόβολας, ο Δ. Κίτσος και ο Κωνσταντίνος Μητρόπουλος.
Οι πιο πολλοί όμως είναι άγνωστοι, όπως και στα δημοτικά τραγού­δια. Αλλά υπάρχει μια διαφορά μεταξύ των δημοτικών και δημοτικοφανών τραγουδιών. Η τελική μορφή του δημοτικού τραγουδιού είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας πολλών ανθρώπων και ομάδων, δηλαδή του λαού. Ο αρχικός δημιουργός έφτιαξε ορισμένους στίχους, οι άλλοι που τραγούδησαν μετά άλλαξαν, διόρθωσαν, βελτίωσαν, στρογγύλεψαν, ομόρφηναν το τραγούδι, κι έγινε κάτι άλλο, κάτι τέλειο. Λένε πως ο λαός επεξεργαζόταν το δημοτι­κό τραγούδι, όπως η θάλασσα το πετραδάκι, που το κάνει στο τέλος με σχήμα στρογγυλό και επιφάνεια γυαλιστερή, ένα βότσαλο που μοιάζει σαν πολύτιμο πετράδι.
Τέτοια επεξεργασία δεν έγινε στα δημοτικοφανή αντιστασιακά τραγού­δια. Ή έγινε μικρή. Γιατί δεν υπήρχε ο χρόνος. Η επεξεργασία αυτή γίνεται σε δεκάδες κι εκατοντάδες χρόνια, κι έτσι το δημοτικό τραγούδι γίνεται πραγματικά δημιούργημα του λαού.
Οι ρίζες του αντιστασιακού τραγουδιού είναι κυρίως 1) το δημοτικό και μάλιστα το κλέφτικο τραγούδι (αφού τα περισσότερα αντιστασιακά ­τραγούδια έγιναν πάνω σε μοτίβα δημοτικών τραγουδιών), 2) τα παλιά  εμ­βατήρια, π.χ. «Αντάρτες βγήκαν στα βουνά», 3) η ελληνική ποίηση.
Ένας μικρός αριθμός τραγουδιών έχει ρίζες σε ξένα επαναστατικά τρα­γούδια. Τα τραγούδια αυτά είναι μόνο 10 περίπου, μέσα στα 200 αντιστασιακά τραγούδια και τονίζω ότι ήταν πολύ φυσικό να γίνει αυτό και μάλιστα σε σχέση με τα ρώσικα τραγούδια, γιατί την εποχή εκείνη η Σοβιετική Ένωση σήκωνε το βάρος του πολέμου και είχε καταχτήσει το θαυμασμό όλων των λαών. Όπως παλιότερα, το 1821, είχε γίνει με τη Γαλλική Επανάσταση και τα τραγούδια της, τα οποία μάλιστα ακόμα και το 1943-44, τραγουδούσαμε στην Πελοπόννησο («Μασσαλιώτιδα» μεταφρασμένη στα ελληνικά).
Για τις τοπικές ρίζες, είναι ενδιαφέρον να προσθέσω, ότι τραγούδια έγιναν σ' όλες τις περιφέρειες της χώρας μας, ίσως μάλιστα στην ίδια αριθμητική αναλογία. Δυστυχώς, τα τραγούδια ορισμένων περιοχών δεν έχουν ­όλα συγκεντρωθεί. Κι έχουν χρέος οι αγωνιστές, που κατάγονται απ' αυτές, να τα καταγράψουν. Απ' όσα έχουν καταγραφεί, 40-50 μπορούμε να τα πούμε πανελλήνια. Γιατί έγιναν μεν σε μια περιοχή, αλλά δεν αναφέρονται στα τοπικά γεγονότα ή σε πρόσωπα της περιοχής εκείνης. Έχουν περιεχόμενο γενικότερο και διαδόθηκαν σ' όλη την Ελλάδα. 15 είναι θρακιώτικα, 15 μακεδονικά (μαζί με τα ποντιακά), 20 ηπειρώτικα, 20 θεσσαλιώτικα, 25 της Στερεάς, 30 της Πελοποννήσου, 10 της Κρήτης, 15 των άλλων νησιών.

«Πολεμάμε και Τραγουδάμε»

Απ’ όλα τα πνευματικά δημιουργήματα, εκείνο που συγκινεί και ξεσηκώνει τον άνθρωπο, και μάλιστα πολλούς μαζί ανθρώπους, είναι το τραγούδι. Ούτε το βιβλίο, ούτε το θεατρικό έργο, ούτε η κινηματογραφική ταινία μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί οπωσδήποτε να σ’ ενθουσιάσει τόσο, ώστε να πας στη μάχη και να σκοτωθείς, ή να έχεις φάει μια σφαίρα ­δίπλα στην καρδιά, να λιποθυμάς από την αιμορραγία, να αισθάνεσαι ότι πεθαίνεις και να λες: «Είμαι ευτυχισμένος, γιατί έκανα το καθήκον μου».
Το τραγούδι έχει μεγάλη δύναμη. Προκαλεί ενθουσιασμό, δίνει κουράγιο. Και δεν τραγουδούσαν μόνον οι αντάρτες, αλλά και οι άμαχοι. Δεν τραγουδούσαν μόνο στη μάχη, αλλά και στις διαδηλώσεις. Δεν τραγουδούσαν μόνο στις χαρές, αλλά και στις λύπες και στις συμφορές. Έβλεπαν τους κατοί­κους χωριών που κάηκαν, να στήνουν χορό στην πλατεία και να τραγου­δούν: «Τα σπίτια σας κι αν κάψανε κι αν πήραν τα προικιά σας η ανταρτοσύνη ναν' καλά και πάλι 'ναι δικά σας».
Γι' αυτό είχε επικρατήσει το σύνθημα: «Πολεμάμε και τραγουδάμε».Οι ταγματασφαλίτες φοβόντουσαν περισσότερο τα τραγούδια μας από τα βόλια. Γιατί για Ελευθερία και Δικαιοσύνη διψούσαν και οι δικοί τους. Αλλά δεν άκουγαν από την ταγματασφαλίτικη συμμορία παρά μόνον χυδαία τραγούδια και καμιά φορά απομιμήσεις των γερμανικών».

ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΑΣ
Από τους εκατοντάδες λογοτέχνες που ανέφερα πολλοί είναι κορυφαίοι με παγκόσμια εμβέλεια και ακτινοβολία, όπως:
Σεφέρης, Σικελιανός, Βάρναλης, Ρίτσος, Βρεττάκος, Λουντέμης, Μυρτιώτισσα, πανσέληνος, Παππάς, Πατατζής, Ρώτας, Σκάρος, Τατιάνα Σταύρου, Διδώ Σωτηρίου, Τερζάκης, Τσίρκας, Πέτρος Χάρης, Δημήτρης Χατζής, Δημήτρης Χατζής, Δημήτρης Ψαθάς, Ρίτα Μπούμη-Παππά, Σκίπης, Αναγνωστάκης, Ανταίος, Κατσίμπας, Κουλουφάκος, Έλλη Αλεξίου, Βενέζης, Βουτυράς, Θεοτοκάς, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Άγγελος Δόξας, Θέμος Κορνάρος και τον Καστοριανό Αργύρη Παπαδίσκο.
ΣΤΙΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΟΙ:
Μέμος Μακρής, Α. Τάσος, Βάσω Κατράκη, Σεμερτζίδης, Γιολδάσης, Μεγαλίδης, Σικελιώτης, Σπύρος Βασιλείου, Δήμου, Ηλίας Φέρτης.

ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΟΙ:
Θεοδωράκης, Χατζηδάκις, Σκαλκώτας, Ξένος, Μπιθικώτσης και ο Καστοριεύς Βασίλης Δόϊκος κ.ά.

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΟΙ:
Γιάννης Τσαρούχης, Θανάσης Απάρτης,, Αντώνης Φωκάς, Σίμωνας Καράς, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, και άλλοι.

ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ




[1] Σ.Σ. Γεννήθηκε στην Καστοριά και διέπρεψε ως καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: